Κριτική: Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας του Στέφανου Ροζάνη

Στέφανος Ροζάνης

Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας

Ηριδανός, 2020 (ανατύπωση της έκδοσης του 1969).

Σελ. 78.

   Υπάρχει μια αυταπόδεικτη οφειλή, διόλου δυσάρεστη –όπως είναι συνήθως οι οφειλές- πόσο μάλλον για τον ρόλο που αναλαμβάνει κανείς να αναφερθεί σ’ ένα βιβλίο του Στέφανου Ροζάνη. Είναι η γενικότερη οφειλή της εν Ελλάδι επιστημονικής, φιλοσοφικής και λογοτεχνικής σκέψης έναντί του. Μεταξύ άλλων, του οφείλω/οφείλουμε, την αντιμετώπιση της λογοτεχνίας από φιλοσοφική και θεωρητική σκοπιά με έναν τρόπο που τον καθιστά sui generis. Από τα ανυπέρβλητα Σολωμικά – τα θεωρώ τα πιο εμβριθή κείμενα που έχω διαβάσει για τον Σολωμό- ως την τιθάσευση και το κατόρθωμα να επεξηγηθεί με τρόπο εύληπτο ένα κίνημα όπως ο Ρομαντισμός.

   Αναφέρομαι στο εν λόγω σημείωμα στο κριτικό έργο του Ροζάνη Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας που γράφτηκε και δημοσιεύεται το 1969 και ανατυπώνεται τώρα, μετά από πολλά χρόνια από τις εκδόσεις Ηριδανός υπ’ ευθύνη του Νίκου Μπλαζουδάκη (έχει σημασία πού και πού να αναφερόμαστε και στους αφανείς ήρωες της πνευματικής παραγωγής, τους επιμελητές των εκδόσεων). Πέραν της βασικής της θεματολογίας, της κριτικής ανάλυσης της σκαρίμπειας ποιητικής, η έκδοση συμπληρώνεται από μία επιστολή του Δημήτρη Χατζή στον Στέφανο Ροζάνη. Από τη μεριά μου επιλέγω έναν παρα-φορμαλιστικό δρόμο ώστε να παρουσιάσω και να σχολιάσω κυρίως τη μεθοδολογία που ακολουθεί ο Στ. Ροζάνης στο εν λόγω έργο.

    Πρώτα και κύρια, πρέπει να επισημανθεί πως η συνηθέστερη αντιμετώπιση/ανάληψη της λογοτεχνίας από φιλοσοφική σκοπιά είναι η παραδειγματική της χρήση: η λογοτεχνία τροφοδοτεί τη φιλοσοφία με παραδειγματικό υλικό ώστε αυτή να διαυγάσει τις εννοιολογήσεις της. Η, αντίστροφα, ένα λογοτεχνικό έργο προσλαμβάνεται με ένα φιλοσοφικό modus, καταλήγοντας όμως πάνω κάτω στο προηγούμενο αποτέλεσμα: να δικαιώσει μια φιλοσοφική επιχειρηματολογία ή, στη χειρότερη, να σταθεί ως διάκοσμος, ως καλολογικό ή αισθητικό περιβάλλον γύρω της.[1]

   Ο Ροζάνης, μολονότι ακραιφνής φιλόσοφος, δεν επιλέγει αυτόν τον δρόμο. Η μεθοδολογία του εκκινεί από τον προσδιορισμό του έργου ως προς την εποχή του, μια μορφή ιστορικής (αλλά όχι ιστορικίστικης) πρόσληψης, ειδικότερα την ένταξή του στο πνευματικό context της εποχής του Μεσοπολέμου. Αυτή είναι και η πρώτη μεθοδολογική μου επισήμανση. Εν συνεχεία, κατά την κρίση του Ροζάνη για το έργο του Σκαρίμπα εντός των πνευματικών προσανατολισμών του μεσοπολέμου, στους τελευταίους συγκαταλέγονται και στοιχεία που δεν συνηθίζονται στις φιλολογικές αναλύσεις, όπως οι μουσικές αναφορές ή η γενικότερη κοινωνιολογία της καλλιτεχνικής σκηνής (έπειτα εμφανίζονται και ο κινηματογράφος και τα εικαστικά). Κατά κάποιον τρόπο, σε αυτή τν πρακτική, πλην της απόδειξης μιας αισθητικής ευρυμάθειας, ενισχύεται η σημασία του διακειμενικού διάλογου μεταξύ τεχνών και προαναγγέλλεται η μεθοδολογία των πολιτισμικών σπουδών –αρκετά πριν αυτές εμφανιστούν στο ακαδημαϊκό στερέωμα. 

  Η τρίτη μεθοδολογική επισήμανση: αφετηρία του προσδιορισμού και της κριτικής της πνευματικής ζωής του μεσοπολέμου ορίζεται η αναγνώριση του πρωτείου του μυθιστορήματος στην εν λόγω εποχή. Εν πρώτης όψης παράδοξο, διόλου όμως αντιφατικό αν λάβουμε υπ’ όψη τη συνολική επιχειρηματολογία του ροζάνειου εγχειρήματος. Ωστόσο, φθάνοντας στα σημεία όπου αναλύεται πια το ποιητικό πνεύμα και διακείμενο της εποχής, η εμβρίθεια του συγγραφέα θυμίζει πανεπιστημιακό με αποκλειστική ενασχόληση την εν λόγω περίοδο. Σύμφωνα με το βιβλίο, στο σκαρίμπειο ποιητικό σώμα, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει το δίπολο τραγικότητα και ματαιοδοξία, εκπεφρασμένο με προσωπεία και καρικατούρες. Είναι φιλοσοφικού τύπου αυτή η διαπίστωση; Δεδομένης της ανάπτυξής της και παρότι χάριν της συντομίας της μελέτης ο Ροζάνης αποφεύγει να μας αποκαλύψει τις φιλοσοφικές διακείμενες των εν λόγω στοιχείων, η απάντηση ξεκάθαρα ναι. Νομίζω πως αυτό το φιλοσοφικό ερμηνευτικό σχήμα παρουσιάζεται ξεκάθαρα στο έργο του: Η ερμηνευτική ως πράξη και θεώρηση: μελέτες για τη λογοτεχνία[2], όπως και στο Το κείμενο και ο σωσίας του τού ιδίου.[3]

   Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει ασφαλώς και το ύφος: το γλωσσικό ύφος του συγγραφέα ακολουθεί συχνά έναν ολίγον τι λογοτεχνίζοντα τρόπο, δίχως να υστερεί σε ακριβολογία θυμίζοντας, κατά την ταπεινή μου άποψη σε ορισμένα  σημεία του πρώτου μέρους το νίτσεϊκό.

  Ως κατακλείδα, οι διαρκείς υπομνήσεις της φιλολογικής στειρότητας της εποχής που γράφονται τα ποιήματα του Σκαρίμπα μοιάζουν να αφορούν και το σήμερα – μεταξύ άλλων, υποψιάζομαι, και του στοιβάγματος του λογοτεχνικού σώματος υπό τον ακαδημαϊκό/επιστημολογικό τίτλο ‘‘φιλολογία’’. Μια διαφορετική αντιμετώπιση και τύχη θα έπρεπε να επιφυλάσσεται στα λογοτεχνικά έργα, μια αντιμετώπιση όπως παραδειγματικά εμφανίζεται και συμβαίνει στο εν λόγω βιβλίο αλλά και σε έτερα κριτικογραφήματα του συγγραφέα.  

   Εν τέλει: έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που θα μπορούσε να είχε γραφτεί και σήμερα, ακριβώς επειδή υπήρξε πολύ μπροστά από την εποχή του. Η μετέπειτα πνευματική πορεία το Ροζάνη απέδειξε το υπαρξιακό του ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, μέσω της στροφής στη συγκρότηση μιας ευρύτερης κειμενικής και αναγνωστικής θεωρίας όπως προαναφέραμε.

  • Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ε.Κ.Π.Α. και στο Ε.Α.Π.

[1] Σε άλλο κείμενό του, ο Ροζάνης παραθέτει τον Paul de Man και την ευφυέστατη διατύπωσή του: «η φιλοσοφία όλη είναι καταδικασμένη στο βαθμό που εξαρτάται από τη ρητορικότητα, να είναι λογοτεχνικήˑ και όλη η λογοτεχνία, ως παρακαταθήκη αυτού του προβλήματος, είναι σε κάποιο βαθμό φιλοσοφική», Η επιστημολογία της μεταφοράς, μετ. Κ. Παπαδόπουλου, Άγρα, 1999.

[2] Ηριδανός, 2018.

[3] Ψυχογιός, 2003.

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής στις 13/12/2020).

Kριτική: Περί Φουκωφοβίας ή σχόλια γύρω από τις (αυτ)απάτες μιας «πολεμικής»

Θανάσης Λάγιος

Περί Φουκωφοβίας ή σχόλια γύρω από τις (αυτ)απάτες μιας «πολεμικής»

(Futura, 2020) Σελ. 182

Αδιαμφισβήτητα ο Μισέλ Φουκώ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους φιλοσόφους/επιστήμονες του 20ου αιώνα. Το μαρτυρούν πολλοί πίνακες ετεροαναφορών στο έργο επιστημόνων όπως και το γεγονός πως αποτελεί τον, κατά πάσα πιθανότητα, μοναδικό στοχαστή που διδάσκεται σε τόσα ανά τον πλανήτη πανεπιστημιακά τμήματα διαφορετικού γνωστικού αντικειμένου (ενδεικτικά: φιλοσοφίας, ιστορίας, νομικής, ψυχολογίας, πολιτικών επιστημών, ιατρικής, αρχιτεκτονικής και ο κατάλογος δεν κλείνει). Ταυτόχρονα, έχει εξελιχθεί μεταθανάτια σε mainstream στοχαστή με απήχηση περίπου pop star, γεγονός που κατά τα γνώμη μας οφείλεται στις θεματικές που τον απασχολούν, στον κοινωνικοπολιτικό του ριζοσπαστισμό, στο θελκτικό γλωσσικό του ύφος και στην ίδια την περσοναλιτέ του.[1] Όπως είναι φυσικό, το έργο του πλην θετικής υποδοχής, έχει τύχει και αρκετών κριτικών προσλήψεων.

   Ασφαλώς η κριτική αποτελεί το βασικό μεθοδολογικό όργανο της φιλοσοφίας. Μάλιστα για αρκετούς αιώνες αποτέλεσε το μέσο εκείνο με το οποίο προχωρούσε η φιλοσοφική σκέψη[2]: ο ένας φιλόσοφος ασκούσε κριτική, συχνά δριμεία, έναντι των θέσεων των φιλοσόφων της εποχής, ή και παλαιοτέρων. Μεταξύ άλλων έτσι συγκροτήθηκαν φιλοσοφικές σχολές και παραδόσεις. Ωστόσο, διακρίνουμε δύο βασικά χαρακτηριστικά αυτών των καθιερωμένων φιλοσοφικών κριτικών: Πρώτον, η κριτική δεν ήταν ad hominem[3], εναντίον του ομιλούντος/γράφοντος με σκοπό να πληγεί η αξιοπιστία του κι έτσι να απονομιμοποιηθούν όσα υποστηρίζει. Δεύτερον, η επιχειρηματολογία ήταν κειμενοκεντρική, πολύ συχνά, δε, σχεδόν mot-a-mot.

   Όπως προαναφέραμε, ο Μισέλ Φουκώ έχει δεχτεί κριτικές στην εποχή του αλλά ως και στις μέρες μας. Χαριτολογώντας, θα λέγαμε πως κουβαλάει πάνω του ένα ευρύ φάσμα κατηγορητηρίου που εκκινεί από το «αναρχικός προβοκάτορας» και φθάνει ως το «πράκτορας κι κρυφο-υποστηρικτής του νεοφιλελευθερισμού». Ωστόσο, οι τέσσερις βασικοί άξονες (σοβαρής) κριτικής έναντι του προσδιορίζονται ως εξής:

  1. Υπερεκλεπτυσμένο, ομιχλώδες, στυλιζαρισμένο ύφος που καταλήγει ασαφές (αλλιώς: λογοτεχνισμός).
  2. Εκ των ένδον αντιφάσεις και ασυνέπειες στις μεθόδους και στην επιχειρηματολογία του.
  3. Άρνηση υποταγής σε συγκεκριμένες επιστημολογικές οριοθετήσεις (ο ίδιος θα τις αποκαλούσε πειθαρχίες).
  4. Άρνηση παραπομπών στους κλασικούς της φιλοσοφίας.

   Στο παρόν κείμενο ασφαλώς στόχος μας δεν είναι μια ολιστική αντιμετώπιση της κριτικής που έχει ασκηθεί στο έργο του Φουκώ, παρά ο σχολιασμός μιας πολύ πρόσφατης συζήτησης που αναπτύχθηκε στα μέρη μας, μιας και το αφετηριακό βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά πέρσι. Το κρινόμενο βιβλίο αποτελεί μια εκτενέστερη και αναλυτική εκδοχή όσων υποστήριξε ο Θανάσης Λάγιος (μεταφραστής, μεταξύ άλλων, του τέταρτου τόμου της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας)στη δημόσια αντιπαράθεση του με τον Νίκο Μάλλιαρη, συν-μεταφραστή του βιβλίου του Μαντοζιό  Μισέλ ΦουκώΗ μακροημέρευση μιας (αυτ)απάτης. Φουκώφιλοι και φουκωλάτρες (εκδ. Μάγμα, 2019). Η συζήτηση τιτλοφορήθηκε, εν πολλοίς προβοκατόρικα, Ήταν ο Φουκώ απατεώνας; Χονδρικά, το βιβλίο του Μαντοζιό κινείται στα πλαίσια της πολεμικής έως και, οριακά, του ξεχασμένου είδους της λιβελλογραφίας, ενώ η προσπάθεια του Λάγιου εγγράφεται στο, επίσης ξεχασμένο, είδος της απολογητικής –μολονότι εικάζω πως αμφότεροι θα αρνούνταν τους αντίστοιχους χαρακτηρισμούς.

   Ο Λάγιος αρθρώνει τον λόγο του χρησιμοποιώντας κάθε φορά μια Πρόταση (που απαρτίζεται από όσα εκφώνησε στην προαναφερθείσα δημόσια συζήτηση) και στη συνέχεια ένα Σχόλιο επ’ αυτής, μια διασαφηνιστική επαύξηση όσων υποστηρίχθηκαν στην Πρόταση. Σε γενικές γραμμές, –παρότι δηλώνει ότι τα έργα δεν έχουν ανάγκη υπεράσπισης καθώς  τα ίδια υπερασπίζονται τον εαυτό τους- αντικρούει τον Μαντοζιό προσάπτοντάς του κακόπιστη παρανάγνωση του Φουκώ. Η επιστημολογική πλαισίωση της επιχειρηματολογίας του αφορά τη διάκριση μεταξύ μιας πολιτικής και ηθικής ευθύνης της ερμηνείας των κειμένων και της μικροπολιτικής και ηθικολογικής κρίσης του προσώπου του συγγραφέα. Στη δεύτερη πρόταση-σχόλιο αναλύει τη διαύγεια των φουκωικών εννοιολογήσεων και αποδεικνύει το υστερόβουλο του ψόγου της αμφισημίας έναντι τους. Στην τρίτη πρόταση-σχόλιο αναδεικνύεται η κατά το δοκούν συμπερασματική χρήση της διάδοσης της French theory κυρίως από αμερικάνικα πανεπιστήμια (και, ασφαλώς, όχι από τμήματα φιλοσοφίας). Στις επόμενες προτάσεις-σχόλια προσεγγίζει τη βιογραφοκεντρική προσέγγιση του Μαντοζιό αναφορικά με το έργο του Φουκώ – εδώ δίνεται ιδιαίτερη σημασία και σε πραγματολογικές αβλεψίες του κρίνοντος. Προς το τέλος της επιχειρηματολογίας ο αναγνώστης θα συναντήσει κι έναν σπιρτόζικο επινοημένο διάλογο που αφορά την κεντρική θεματική του βιβλίου.

  Ο Λάγιος προσπαθεί να απαντήσει στις θέσεις του Μαντοζιό επιχείρημα προς επιχείρημα. Ταυτόχρονα, ηθελημένα ή μη, συγγράφει σχεδόν μια μίνι εισαγωγική πραγματεία πάνω στη σκέψη του Φουκώ, με έμφαση στις επιστημολογικές της προϋποθέσεις. Το βιβλίο θα μπορούσε ασφαλώς να είχε γραφεί, ή έστω μεταφραστεί, στα γαλλικά. Η προσπάθεια απάντησης στην πολεμική του Μαντοζιό είναι καλά οργανωμένη, συγκροτημένη και στιβαρή σε σημείο να αναρωτιέται κανείς απαιτεί μια νέα αντ-απάντηση από πλευράς Μαντοζιό ή Μάλλιαρη.

Συνυπολογίζοντας την εγχώρια αλλά και τη διεθνή συζήτηση, συνοψίζω, εν κατακλείδι, τις παθογένειες των ασκούμενων στον Φουκώ κριτικών:[4]


1. Δεν μπορούν να αποφασίσουν τελικά τι είναι ο ίδιος ώστε να ασκήσουν την αντίστοιχη κριτικήˑ μεταμοντέρνος σχετικιστικής ή σκληρός ιστορικιστής και δογματικός στρουκτουραλιστής που φτάνει μέχρι τον αναγωγισμό; Προφανώς δεν γίνεται να ισχύουν όλα ταυτόχρονα.


2. Σε κάθε (μα κάθε!) συζήτηση για τον Φουκώ τίθεται το ερώτημα για το πρακτέο επί της καθημερινής πολιτικής (του στυλ «και τι λέει για τους ομοφυλόφιλους;»), ωσάν ο ίδιος συνιστούσε μονοπρόσωπο πολιτικό φορέα ή, έστω, επίσημο προγραμματικό φιλόσοφο κάποιου πολιτικού φορέα ή οργάνωσης. Η μόνη λύση έναντι αυτής της κριτικής θα ήταν σε κάθε βιβλίο, διάλεξη, μάθημά του να είχε καταθέσει μαζί και από ένα νομοσχέδιο ή, έστω, ένα μανιφέστο.

3. Η ιδιαίτερη, στυλιζαρισμένη, σχεδόν λογοτεχνική γλώσσα είναι προσόν (και, βέβαια, ιδιαίτερα ελκυστική) όταν δεν λειτουργεί εις βάρος του περιεχομένου. Τη διαθέτουν αρκετοί, πόσοι όμως έχουν σημαινόμενα ή νέες ιδέες να στηρίξουν μέσω αυτής;

4. Η «ιστορικοποιημένη γνώση» μπορεί να σημαίνει πολλά ή και τίποτα, εάν υιοθετήσουμε μια ολιστική κριτική στάση απέναντί της. Ωστόσο, τότε έχουμε μόνο δύο επιλογές: θα ονοματίσουμε κάθε έρευνα περί τυχόν συνεχειών της ως άκυρη επιστημολογικώς ή θα τη θεωρήσουμε ως κάτι εφήμερο και διαρκώς μεταλλασσόμενο ώστε να καταλήγει μη διερευνητέο;

5. Μας ενδιαφέρει ή δεν μας ενδιαφέρει η προσωπική διαδρομή σε σχέση με το έργο; Κι αν μας ενδιαφέρει, εκκινούμε από αυτήν για να στηρίξουμε την κριτική στο έργο;

   Δεν διαφωνώ ότι η Φουκω-μάνια έχει σαρώσει τον πλανήτη (σε επίπεδο ιντελεκτουέλς ασφαλώς)[5]. Εκεί όμως που θα κριθεί όμως η γενικότερη επίδραση είναι στη διάρκειά της. Οι διανοητικές μόδες συνήθως ξεθωριάζουν αρκετά γρήγορα, βλ. Ζίζεκ. Εν τέλει, κριτική χωράει σε όλους, αρκεί να γίνεται στοιχειοθετημένα. Ο Φουκώ έχει ασφαλώς αδυναμίες: ωστόσο, για κάποιον αδιερεύνητο, σχεδόν μαγικό, λόγο η κριτική έναντι του εστιάζει διαρκώς σε δευτερεύοντα σημεία. 


[1] Αυτές οι ιδιότητες αποτελούν πάνω κάτω ταυτόχρονα και τα εναρκτήρια σημεία της κριτικής έναντί του.

[2] Επ’ αυτού βλ. και Μπερνάρ Ανρί Λεβί Φιλοσοφικές διαμάχες, μετ. Κ. Γούλα (Κέδρος, 2012) (αυθεντικός τίτλος Περί της πολεμικής στη φιλοσοφία), μολονότι ο Λεβί τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του αυθεντικού συνεχιστή αυτής της παράδοσης.

[3]  Ασφαλώς κι εδώ υπάρχουν εξαιρέσεις, ωστόσο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι συνετέλεσαν ιδιαίτερα  στην προώθηση της φιλοσοφικής σκέψης.

[4] Μέρος των παρακάτω παθογενειών εμφανίζεται στο, κατά τα άλλα εμβριθές, κριτικογραφικό σημείωμα του Γιώργου Καράμπελα, βλ. https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/225453_i-gennisi-toy-ypokeimenoy-tis-epithymias-ston

[5] Αντιστοίχως, αυξανόμενο με γεωμετρική πρόοδο ενδιαφέρον υπάρχει και για το έργο του Ντελέζ. 

Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ.

Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 13-9-2020.

Κριτική: «Αίμα Μηχανή» του Γιώργου Λαμπράκου.

aima mixani

Πρώτα και κύρια, δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο χώρια από τα κείμενα που συνομιλεί. Ορισμένα από τα βασικότερα κείμενα που συνομιλεί είναι του ίδιου του συγγραφέα, επομένως καταλήγουμε στο συγγραφικό υποκείμενο, στον άνθρωπο (και στη γλώσσα, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση): εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με έναν πολυσχιδή, ακάματο εργάτη του εν-γράμματου μόχθου. Από το συγγραφικό, μεταφραστικό έργο του Λαμπράκου ξεχωρίζω, με δυσκολία επιλογής, τη νουβέλα Αναμνήσεις από το ρετιρέ, το δοκίμιο για τον Μπουκόφσκι Ο κυνικός Κυνικός (αλλά και τα ποιήματά του ιδίου), τις μεταφράσεις του Τζον Γκρέι και του Τζορτζ Στάινερ – ενώ από κριτικογραφίες, δυσκολεύομαι να επιλέξω κάποια από τις υποδειγματικές που έχει δημοσιεύσει, τα τελευταία χρόνια στη bookpress: Περιορίζομαι να πω ότι η κριτικογραφία Λαμπράκου αποδεικνύει για ποιον λόγο ακριβώς η κριτικογραφία δεν πρέπει να θεωρείται, όπως κακώς συμβαίνει, πάρεργο της δουλειάς του γραφιά ή όχημα βελτίωσης διαπροσωπικών σχέσεων.

Αίμα Μηχανή λοιπόν, ή Μηχανή Αίμα, καθώς το lay out του βιβλίου παίζει με το μάτι του αναγνώστη σχετικά με το ποιο προτάσσεται. Ειδολογικώς, το Αίμα Μηχανή κινείται μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και κοινωνικής φαντασίας, είδη με ισχνή έως ανύπαρκτη παρουσία στην ελληνική πεζογραφία, με μία όμως, θαρρώ, μικρή ενισχυτική τάση και σε αναμονή ένταξης στον λογοτεχνικό κανόνα διεθνώς (εικάζω ότι εφόσον έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η εισδοχή του αστυνομικού μυθιστορήματος σε αυτόν, σε μία δεκαετία περίπου θα έχει ολοκληρωθεί και της ε.φ.). Είδος που θέλγει τον συγγραφέα∙ παραπέμπω στο εξαιρετικό σχετικό του κείμενο με τίτλο «Προσοχή, επιστημονική φαντασία!»

Μελλοντολογικό μυθιστόρημα, λοιπόν, φουτουριστικό, δυστοπικό. Η τάση αυτή είχε ήδη εμφανιστεί σ’ έναν βαθμό στο προηγούμενο fiction βιβλίο του, σε ορισμένες από τις ιστορίες που συναπαρτίζαν τον Ψηφιακό Νάρκισσο. Στο Αίμα Μηχανή παίζει με τη διττή υπόσταση/φύση ανθρώπων και μηχανών. Στη σκληρά ιεραρχικά δομημένη κοινωνία που περιγράφεται στο βιβλίο, η εξουσία διαχέεται με ποικίλους τρόπους, συχνά υπόρρητους. Ωστόσο, κάθε φαινομενικά αψεγάδιαστη ευταξία παρουσιάζει και τα αδύναμα σημεία της, κάτι που αφενός πυροδοτεί την πλοκή, αφετέρου ενισχύει τον πολιτικό χαρακτήρα του έργου.

Παραλείπω να αναφερθώ στην καθ’ εαυτό πλοκή του μυθιστορήματος κι αναφέρω πως στο επίκεντρο, ενταγμένο σε αυτήν, βρίσκεται το έργου Σάμουελ Μπάτλερ, προάγγελου του ερωτήματος της τυχόν μελλοντικής κυριαρχίας των μηχανών. Μέσα από αυτό, ο Λαμπράκος κάνει μια έμμεση δοκιμιογραφία.

Το κρίσιμο σημείο για το ξεκλείδωμα του κειμένου είναι το συνεχές μπες-βγες του στην παρωδία: εικάζω πως συνειδητά, συνειδητότατα ο Λαμπράκος έκανε αυτή την επιλογή ως παιγνιώδη εκφορά ύφους. Τούτο το μπες βγες στην παρωδία είναι συχνά απολαυστικό, καθώς ενισχύει τον χιουμοριστικό χαρακτήρα του κειμένου, χαρακτήρας διακριτός και σε άλλα σημεία και σε διαφορετικού είδους αφηγηματικές εκφορές του. Ποσώς μας ενδιαφέρει αν αυτή η παρωδία είναι μόνο κειμενική ή αφορά και παρώδηση του ίδιου του είδους (ή, τυχόν, παρεκτροπών του): Ο ίδιος ο συγγραφέας ως υπερασπιστής του είδους, αυτονομιμοποιείται να το πράξει, διατηρεί τούτο το δικαίωμα. Επιλέγει ξεκάθαρα την αποστασιοποίηση από τη σοβαροφάνεια του είδους (σε εμπειρικό επίπεδο, έχω γνωρίσει κι εγώ μορφωμένους ανθρώπους που υποστηρίζουν «η ε.φ. προορίζεται για ευφυείς αναγνώστες, σχεδόν επιστήμονες!) κι εδώ αποκαλύπτεται μια –αδύνατον να κρυφτεί- συγγένεια με τον Φίλιπ Ντικ, τα Τρία Στίγματα του Πάλμερ Έντριτζ θαρρώ πως ρίχνουν αρκετή από τη σκιά τους πάνω στο έργο.

Νομίζω μια ακόμη βασική συζήτηση που σηκώνει το βιβλίο αφορά την καθαρά μεταμοντέρνα τεχνοτροπία του: πέραν της ίδιας της καταχώρησης του είδους της ε.φ. στα  μεταμοντέρνα στυλ –κάτι το οποίο δεν μας λέει και πάρα πολλά, καθώς το μεταμοντέρνο ως όρος συχνά χρησιμοποιείται και ως κάδος απορριμμάτων στον οποίο στιβάζουμε ό,τι δεν κατανοούμε, ό,τι μοιάζει ακατάτακτο και ό,τι μοιάζει να προηγείται της εποχής του–, το Αίμα μηχανή είναι μεταμοντέρνο αφηγηματικώς, πέραν της διαρκώς παρούσας διακειμενικότητας, κυρίως για δύο λόγους: τα κεφάλαια διακόπτονται από εμβόλιμα ερωτηματολόγια (o συγγραφέας τα αποκαλεί «στάσιμα») που απευθύνονται στον αναγνώστη και του ζητούν τη γνώμη του, προκαλώντας τον καθώς του παρέχουν επιλογές (multiple choice πέραν της λογικής του σωστού και του λάθους) επιλογές αιρετικές, παραβατικές, ανορθόδοξες. Διευκρινίζουμε πως οι επιλογές δεν επηρεάζουν την εξέλιξη της πλοκής. Ο δεύτερος είναι τα πολλαπλά, συνεκδοχικά φινάλε –εδώ δυσκολεύομαι να παραθέσω απόσπασμα χωρίς να κάνω spoiler– εάν υφίσταται κάτι τέτοιο στα συνεκδοχικά φινάλε, στην πραγματικότητα έχω ήδη πράξει ενός είδους spoiler αναφερόμενος σε αυτά.

Οι χαρακτήρες είναι εύστοχα δομημένοι, ακριβώς επειδή δεν αποτελούν ακριβώς ανθρώπους. Νομίζω πως θα συνιστούσε μια εκκωφαντική αποτυχία στο εν λόγω μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί τον υβριδισμό, οι χαρακτήρες να ήταν εξαιρετικά ανθρωπινότατοι ή εξαιρετικά άψυχοι.

Εάν ο Σάμουελ Μπάτλερ στο Erewhonorover the Range σατίριζε τα ήθη της βικτωριανής εποχής, το Αίμα Μηχανή σατιρίζει τα ήθη μιας μελλοντικής κοινωνίας βάσει της αμφισβήτησης της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Το λογοτεχνικό του εγχείρημα ενέχει ενός είδους ηρωισμό: υπηρετεί ένα είδος αφήγησης δίχως εμπορική αφήγηση, το οποίο συνάμα τολμά, σε έναν βαθμό, να το υπονομεύσει.

Κρατώ κι έναν τελευταίο, συνειρμικό συμβολισμό: τι είναι σήμερα η ανάγνωση, το κείμενο, η λογοτεχνία, αν όχι Αίμα και (ταυτόχρονα) Μηχανή; Δηλαδή, πάθος, ζωή, κόπος (αίμα) και συνάμα σύστημα, εκλεπτυσμένη τεχνική (μηχανή);

 

Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ και στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 25-2-2020.

Θεωρία, λογοτεχνία, συγγραφή, δημιουργική γραφή.

IAFOR-Journal-of-Literature-Librarianship-1100x550

Επισημαίνουμε μια διαρκή παρεξήγηση, που συχνά καταλήγει και εξωτερικός ψόγος: επειδή η δημιουργική γραφή εντρυφεί και δρα στο εσωτερικό, στον πυρήνα του συμβάντος της γραφής, συχνά μπορεί να θεωρηθεί ένα πεδίο εμπειρικό έως και πρακτικίστικο. Η απάντηση σε μια τέτοια πρόσληψη είναι ένα ξεκάθαρο: όχι. Συγκεφαλαιώνω δύο ειδών λόγους για αυτή την άρνηση, έναν μεθοδολογικό κι έναν επιστημολογικό.
Μεθοδολογικώς, Η δημιουργική γραφή επιδιώκει πάνω απ’ όλα να δημιουργήσει επαρκείς, οξυδερκείς αναγνώστες – και λιγότερο συγγραφείς. Πώς μπορεί να καταστεί κανείς καλύτερος αναγνώστης; Ποσοτικώς, διαβάζοντας όλο και περισσότερο. Ποιοτικώς, αποκτώντας τις –στοιχειώδεις, έστω- γνώσεις θεωρίας.
Επιστημολογικώς, επειδή διακηρύσσουμε την πίστη μας στην αδιάρρηκτη ενότητα θεωρίας-πράξης: τούτο σημαίνει πως δεν κατανοούμε τη δημιουργική γραφή ως μια απλή, ενστικτώδη εξάσκηση, ακόνιση ικανότητας – πόσο μάλλον ως άσκεπτη εξάσκηση. Την ίδια στιγμή, δεν θεωρούμε τη θεωρία ως κάτι γενικόλογο, απροσδιόριστο, αφηρημένο, κλεισμένο στο υψηλό κάστρο του δυσνόητου. Πιστεύουμε στο ενιαίο των δύο, μάλιστα αυτή ακριβώς η ενότητά τους εμπλουτίζει και τα δύο σκέλη και τα καθιστά περισσότερο έγκυρα και αξιόπιστα.
Το σημείο συνάντησης των δύο ειδών λόγων άρνησης του εμπειρικού χαρακτήρα που προαναφέραμε είναι ο θεωρητικός αντιδογματισμός: δεν επιδιώκουμε την εισαγωγή ή την αποδοχή μιας θεωρίας που δημιουργεί τετελεσμένα, δηλαδή μια θεωρία ως σχήμα οριστικής, τελεσίδικης ερμηνείας. Κατακτούμε πολλές προσλήψεις, οπτικές και τις αξιοποιούμε συνδυαστικά, αποδεχόμενοι τη συνύπαρξη και την πολλαπλότητά τους μέσα στα κείμενα – στα κείμενα που διαβάζουμε και στα κείμενα που συγγράφουμε.

Ο πλούσιος εικοστός αιώνας έφερε στο επίκεντρο της επιστήμης και της τέχνης κυρίως τον άνθρωπο και την κοινωνία. Τούτο συνέβη, μεταξύ άλλων, λόγω της όσμωσης των επιστημονικών πεδίων. Βλέπουμε, λόγου χάρη, στις πολιτισμικές σπουδές να έχουμε κερδίσει την ενδελεχή μελέτη όψεων της ανθρώπινης εμπειρίας που παλαιότερα δεν θεωρούνταν σημαντικές, ή «σοβαρές» (φαγητό, καθημερινή ζωή, μουσική, σινεμά κ.ο.κ.): πρόκειται ακριβώς για τις όψεις που έφερε διαρκώς στο επίκεντρο η λογοτεχνία. Ταυτόχρονα, στο λογοτεχνικό σώμα συνήθως πρωτοαναφέρονται –με σημαντικό βαθμό ελευθερίας- οι μειονοτικοί, καταπιεσμένοι λόγοι: οι λόγοι (και συχνά, οι φυσικές υπάρξεις) των γυναικών, των μαύρων, των μεταναστών, των αλλόγλωσσων, των μη ετεροκανονικών σεξουαλικώς – αποτελεί μέρος της λειτουργίας των ελάσσονων λογοτεχνιών όπως τις αναφέρουν και εννοούν οι Ντελέζ-Γκουατταρί.
Η λογοτεχνία, λοιπόν, κέρδισε από την όσμωσή της με την ανθρωπολογία, την ψυχαναλυτική θεωρία, την πολιτική, την Ιστορία και τα άλλα θεωρητικά πεδία ενώ ταυτόχρονα τα τροφοδότησε με παραδειγματικό υλικό. Κατά έναν τρόπο, προανήγγειλε ορισμένα πεδία, εκείνα με τη σειρά τους της προσέφεραν εργαλεία ερμηνείας ενώ χρησιμοποίησαν τις δικές της αναπαραστάσεις.

Aσφαλώς όλα τα παραπάνω δεν θα μπορούσαν να συμβούν μόνο σε παραδείσια τοπία. Συγκεφαλαιώνουμε επίσης δύο ειδών παγίδες/παρενέργειες
Α) Γράφω λογοτεχνία σαν να γράφω θεωρία. Είναι νομίζω μια «ασθένεια» που χτυπάει τους ιδιαίτερα διαβασμένους και καταρτισμένους θεωρητικά ανθρώπους, ειδικά τους πανεπιστημιακούς: ξεκινάμε να γράψουμε fiction και καταλήγουμε να γράφουμε δοκίμιο, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα υβρίδιο μεταξύ των δύο –δίχως να σημαίνει πως τα υβριδιακά είδη είναι απευκταία. Η γλώσσα γίνεται αναπόφευκτα υπερβολική, στυλιαρισμένη ή «ξύλινη», ψυχρά επιστημονική. Ταυτόχρονα, οι χαρακτήρες λίγο περισσότερο ιντελεκτουέλ απ όσο θα έπρεπε να είναι ˑ εδώ θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια μέτρηση για το πόσα μυθιστορήματα γραμμένα από πανεπιστημιακούς έχουν ως κεντρικούς ήρωες πανεπιστημιακούς.

Β) Γράφω θεωρία σαν να γράφω λογοτεχνία
Επειδή Νίτσε και Φουκώ εμφανίζονται δυστυχώς μία φορά στα εκατό χρόνια, η Θεωρία Λογοτεχνίας πρέπει να είναι ακριβής και διαυγής, μολονότι στηρίζεται αρκετά σε ενδεχομενικότητες και συνεκδοχές. Η αοριστολογία (που τείνει προς την αερολογία), και ο προσωπικός συναισθηματισμός μπορεί να μοιάζουν ηδονικά για εκείνον που τα ασκεί, δεν είναι ωστόσο ουδόλως ωφέλιμα για τη λογοτεχνία, τη θεωρία της, συχνά δε και για το νευρικό μας σύστημα.

Μπορούμε λοιπόν να συγγράψουμε λογοτεχνία χωρίς να γνωρίζουμε θεωρία;

Στον 21ο αιώνα, η απάντηση είναι μάλλον όχιˑ τουλάχιστον μη γνωρίζοντας τα στοιχειώδη. Σκεφτείτε πως όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς (προ)υπήρξαν μανιώδεις αναγνώστες, το λιγότερο της κλασικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας της εποχής τους. Εάν υποστηρίζουμε πως ο καλός συγγραφέας προέρχεται από τον καλόν αναγνώστη, αναπόφευκτα ο σημερινός επαρκής αναγνώστης διαθέτει και ορισμένες γνώσεις θεωρίας. Κατά δεύτερον, την απάντηση τη δίνει η πρακτική που επικρατούσε πριν την εμφάνιση συστηματικής θεωρίας: πάρα πολλοί συγγραφείς κατέγραφαν σε βιβλία ή άρθρα τις σκέψεις τους γύρω από το τι σημαίνει να γράφω, πώς γράφω, πού στοχεύω, τι συνιστά καλή λογοτεχνία κ.ο.κ. Κατά έναν τρόπο, η θεωρία ασκείτο ήδη χωρίς να κατονομάζεται, ιδίως από τους αξιόλογους συγγραφείς, δηλαδή από τους άμεσα ενδιαφερόμενους.

Καταληκτικά: προφανώς η μελέτη και η εντρύφηση στη θεωρία της λογοτεχνίας δεν θα παράγει στρατιές από εξπέρ στο αντικείμενο, ούτε θα αναβαθμίσει καθοριστικά τους wannabe συγγραφείς. Ωστόσο, στα πλαίσια μιας πανεπιστημιακής σπουδής στη δημιουργική γραφή, όπου εντρυφούμε στη σύνολη λειτουργία της μηχανής που συναπαρτίζεται από τα μέλη γραφή-ανάγνωση-λογοτεχνία είναι αδικαιολόγητο να μη γνωρίζουμε στοιχειώδη πράγματα για την κατασκευή αυτής της μηχανής και να μένουμε μόνο στη λειτουργία της.

*το κείμενο εκφωνήθηκε στη στρογγυλή τράπεζα «Θεωρία και Συγγραφή» που διοργανώθηκε στο 4ο Διεθνές Συνέδριο Δημιουργικής Γραφής στη Φλώρινα (Σεπτέμβρης 2019).

To μέσο και το μήνυμα στην ποδιά των celebrities

Η επιδραστικότητα των social media δεν είναι πανάκεια.

untitled_54

   Συχνά κατηγορούμε τα social media ως πεδίο δόξης λαμπρόν για την άσκηση εκκωφαντικών (και, συνάμα, γελοίων) ναρκισσισμών, ως μέσο διάδοσης fake news, διάχυσης μίσους (hate speech) κ.ο.κ. Νομίζω πως η συζήτηση θα ξανανοίξει επ’ αφορμή των deepfake videos – δεν μπορώ να φανταστώ το τι θα συμβεί στη χώρα όταν θα εμφανιστούν τα πρώτα παραποιημένα βίντεο με δηλώσεις πολιτικών που δεν έγιναν ποτέ.

   Υπάρχουν, όμως, και οι περιπτώσεις που η λειτουργία των κοινωνικών δικτύων αντιστρέφεται: δεν θα μείνουμε στα κλασικά παραδείγματα χρήσης τους προς δημοκρατικούς σκοπούς (πάντα σε αυτή τη συζήτηση κυρίαρχο ρόλο καταλαμβάνει η Αραβική Aνοιξη), αλλά σε  συμβάντα πρόσφατης εγχώριας επικαιρότητας: το πλήθος αντιδράσεων έναντι του φρικτού, ανθρωποφαγικού «χιούμορ» από τηλεοπτική εκπομπή σε βάρος φοιτήτριας του ΑΠΘ (χοροστατούντος του κ. Λιάγκα) και την ακολουθούμενη  παραίτηση της προέδρου της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων λόγω της συμμετοχής της σε αυτό το freak show διασυρμού.

   Στην εν λόγω περίπτωση, το πλήθος των αντιδράσεων διογκώθηκε λόγω της διάδοσής του μέσω των κοινωνικών μέσων: θα μπορούσαμε να πούμε πώς ήταν μια στιγμή νίκης των κοινωνικών δικτύων έναντι των κλασικών ηλεκτρονικών και της λουστραρισμένης ηλιθιότητας και τιποτολογίας που επί χρόνια μας σερβίρουν τα τελευταία. Aνάλογο κοπετό ξεσήκωσε και η περίπτωση των ψευδών τίτλων σπουδών του πρώην υφυπουργού Εξωτερικών Αντώνη Διαματάρη.

   Πέραν αυτών, η παγίδα εξακολουθεί να είναι στημένη, αριστοτεχνικά: η επιδραστικότητα των social media δεν είναι πανάκεια, αυτά εξακολουθούν να αποτελούν μέσο. Οποτε την εκλαμβάνουμε ως σκοπό ή ως κυρίαρχο πεδίο πάλης (για να παραφράσω τον Ουελμπέκ), ο ορθολογισμός, η αξιοπρέπεια και η δημοκρατία θα τρώνε τα μούτρα τους. Ή, στην καλύτερη, θα εικονικοποιούνται.

 

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ και το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

 

Δημοσιεύτηκε στο Έθνος, 9-12-2019.

Joker ή Ιρλανδός; … Κάτω από το δέντρο!

H καλύτερη –μακράν- ταινία της χρονιάς που πέρασε ήταν το ισλανδικό φιλμ Κάτω από το δέντρο.

2_3

   Έχω την αίσθηση ότι το σινεμά παίρνει το τελευταίο διάστημα τα πάνω του και έτσι συμβαίνει να συζητούμε για ταινίες δημόσια είτε στις παρέες μαςˑ συχνά για τον λάθος λόγο, βλέπε την έφοδο των εν έτει 2019 παιδονόμων σε αίθουσες. Παρά τον αχό που ξεσήκωσαν –δικαιολογημένα ή μη- τα φιλμ Jokerο Ιρλανδός και η Ευνοούμενη, (και την παράπλευρη συζήτηση για την ολοένα εντεινόμενη εμπλοκή του Netflix στην κινηματογραφική παραγωγή και προβολή) θεωρώ πως η καλύτερη –μακράν- ταινία της χρονιάς που πέρασε ήταν το ισλανδικό φιλμ Κάτω από το δέντρο. Μολονότι παραγωγής 2017, προβλήθηκε αρχές του 2019 στη χώρα μας.

   Και εξηγούμαι γιατί: εκπληκτικό, πρωτότυπο σενάριο (διατηρώ μόνο μια μικρή ένσταση για την αχρείαστη ημι-σπλάτερ παρεκτροπή προς το τέλος), εξαιρετικές ερμηνείες, χαρακτήρες και καταστάσεις που υπηρετούν ένα ρεαλισμό πιστό τόσο στην πραγματικότητα όσο και στη σωστή δόση καλλιτεχνικής της απεικόνισης – αναλογία εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί. Η ζωή είναι κωμικοτραγική. Οι άνθρωποι επίσης. Έτσι και το φιλμ είναι ταυτόχρονα δραματικό θρίλερ και μαύρη κωμωδία. Έμπλεο από εμμονές, οδύνες, τραύματα και ό,τι άλλο χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κατάσταση. Καμία εξιδανίκευση κανενός. «Πολεμική ταινία με πεδίο μάχης το σπίτι» τη χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης της, Χάφτεϊν Γκούναρ Σίγκουρδσον. Στην παράδοση πολύ ενδιαφερόντων ταινιών που φτάνουν στη χώρα μας από τη μικρή χώρα του παγωμένου Βορρά, ενδεικτικά αναφέρω:  101 Ρέκιαβικ, Η θάλασσα, Καρδιά βουνό. Αναζητήστε το έστω και τώρα.

 

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ και το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

Δημοσιέυτηκε στο Έθνος, 21-12-2019

Παρουσίαση τόμου: Η Ισχύς και το Δίκαιο, Αθήνα

ισχυσ και δικαιο

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

Οι Νομικές Εκδόσεις Hippasus και η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας σας προσκαλούν σε εκδήλωση με αφορμή του βιβλίου

Η Ισχύς και το Δίκαιο

σε επιμέλεια Στέργιου Μήτα – Κώστα Στρατηλάτη – Ιορδάνη Κουμασίδη

(Νομικές Εκδόσεις Hippasus, Αθήνα – Λευκωσία, 2019)

 

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020, 19.30

Στοά του Βιβλίου, Polis Art Cafe

Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου, Αθήνα

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Ιφιγένεια Καμτσίδου,

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Νομική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Βαγγέλης Μπιτσώρης,

Συγγραφέας – Μεταφραστής

 

Χαιρετισμό θα απευθύνουν οι:

Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης,

Καθηγητής, Κοσμήτορας Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Ήρα Ιωάννου,

Νομικές Εκδόσεις Hippasus

 

Θα υπάρξουν παρεμβάσεις από Επιμελητές και Συγγραφείς του τόμου.
Book Isxys Dikaio Invitation Athens_pages-to-jpg-0001

Kριτική: Νικόλας Ευαντινός «Η γυρισμένη γλώσσα του Επιμενίδη»

Νικόλας Ευαντινός

Η γυρισμένη γλώσσα του Επιμενίδη

Μωβ Σκίουρος, 2019 Σελ. 32

 

 Όταν ένας ποιητής φτάνει αισίως (;) στην Πέμπτη ποιητική του συλλογή, μπορούμε πια με ασφάλεια να πούμε πως έχει εισέλθει στην ποιητική του ωριμότητα – ή, αντίστροφα, πως έχει καθηλωθεί οριστικά στην ποιητική ανωριμότητα. Μπορούμε, έτσι, να ισχυριστούμε με σχετική ασφάλεια πια πως ο Ευαντινός βαδίζει ανεπιφύλαχτα στην κατάκτηση του τίτλου του «κανονικού» ποιητή, σε αντίστιξη με του ποιηματογράφου – διάκριση που έχει εισάγει παλαιότερα με ιδιαίτερη ευστοχία ο Κώστας Βούλγαρης.

Η πρωτοτυπία της συλλογής, έγκειται στο ότι διαθέτει πεζό προοίμιο, σε μεγάλο βαθμό επεξηγηματικό: γνωριζόμαστε με τον Επιμενίδη κι έτσι ξεκλειδώνουμε σε μεγάλο βαθμό τα υφέρποντα νοήματα των ποιημάτων που ακολουθούν. Παρ’ όλα αυτά, το εισαγωγικό προοίμιο αποτελεί και μια σαγηνευτικά στημένη παγίδα: στον Επιμενίδη πιστώνεται η διάσημη διατύπωση «όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες» άρα εκείνος που το λέει, Κρητικός ων, ψεύδεται, άρα οι Κρητικοί είναι φιλαληθείς. Φυσικά τον ποιητή δεν τον ενδιαφέρει να μας εμπλέξει στα παράδοξα αυτού που παλαιότερα ονομάζαμε «λογική φιλοσοφία», αλλά να στήσει μια παγίδα, τους προανέφερα, βάσει τους συμβολισμού για την διαφιλονικούμενη αλήθεια τους ποιητικής λειτουργίας.

Epimenides-poet

 

Επειδή όμως το βιβλίο δεν είναι θεωρητικό, μπαίνουμε στην ουσία: Τα επτά εκτενή ποιήματα που συναπαρτίζουν τη συλλογή μπορούν να εννοηθούν και ως ποιητικές ενότητες. Από την άποψη αυτή, σε επίπεδο δομής ακολουθεί την προηγούμενη συλλογή του (Λιγωσάδικο) όπου παρακολουθήσαμε σε τέσσερις ενότητες την πορεία τους κλαδιού.

Τι κάνει χοντρικά στην παρούσα συλλογή ο Ευαντινός;

Εντός του πνεύματος της πεζόμορφης εισαγωγής του (και συνάμα παγίδας!) μεταστοιχειώνει ποιητικά τα παραπάνω περί Επιμενίδειων μπλεξιμάτων στο πεδίο του ποιητικού υποκειμένου (εμμέσως, είναι κατά κάποιον τρόπο σε ορισμένες στιγμές τους ποιήματα ποιητικής, περισσότερο τους υπαρξιακής ποιητικής). Εάν δεν θεωρείτο πόζα, θα έλεγα και το αντίστροφο –ποιητικής της ύπαρξης που θεωρώ πως ισχύει τους, ωστόσο θα προτιμήσω το έμμεση ποιητική κοινωνιολογία αισθητικής τάξης. Συνιστά απομάκρυνση αυτό από μια περισσότερο πολιτική ποίηση –τουλάχιστον κατά Βούλγαρη διέτρεχε την παλαιότερη συλλογή του Νικόλα Ενεός; Κατά την άποψή μου, όχι, γιατί κάθε κοινωνιολογία και κάθε υπαρξιακή συζήτηση είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό πολιτικές. Επομένως, ο Επιμενίδης και οι περιπέτειές του καταλαμβάνουν θέση  ποιητικής περσόνας, τεχνική αρκετά γνωστή και συχνή στη σύγχρονη ποίηση, δύσκολα ωστόσο επιτυχημένη, τουλάχιστον στον βαθμό που το επιτυγχάνει ο Ευαντινός.

   Γλωσσικά, ο Ευαντινός είναι συγκεραστής αρκετών γλωσσικών τροπικοτήτων, το αποδίδω στην ευρεία δεξαμενή άντλησης των θεματολογιών του – ιστορία, μυθολογία, σύγχρονη πραγματικότητα. Εν τούτοις, η ποιητική του γλώσσα δεν μοιάζει παράταιρη στο σύνολό τους, δεν «κλωτσάει». Τεχνικά, η μεταμφίεση των Μικρών Αγγελιών και άλλων Ειδήσεων (η πρώτη του συλλογή) σε ποιητικό υλικό, και η επαναληπτικότητα του Ενεού ως εκκίνηση κάθε ποιήματος, δίνει τη θέση της στην περσόνα, τους συμβολισμούς, τους μεταφορές, σε τους είδους διακειμενικότητα. Εκείνο που μας αποκρύπτει ο ποιητής είναι πως πολλά από τα πεζογραφήματα και ποιήματα του Επιμενίδη ήταν ψευδεπίγραφα, υποψιάζομαι πως αυτή τη μη εμφανή στο βιβλίο πληροφορία την έχει εσωτερικεύσει τους συνεκτικούς αρμούς των νοημάτων του.

   Tα εκτενή ποιήματα διατρέχουν έναν διαρκή κίνδυνο: να τα εγκαταλείψει ο αναγνώστης, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Δεν διακρίνω έναν τέτοιο κίνδυνο στις παρούσες ποιητικές ενότητες και τούτο το αποδίδω στην εσωτερική οικονομία τους.

  • Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ και στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις τς Κυριακάτικης Αυγής, 8-12-2019)

Οι Έλληνες δεν διαβάζουν

books beach

Είμαι από εκείνους που δεν μπορούν να διαβάσουν παρά θιν’ αλός. Είτε σε beach bar με οχλαγωγία, βλακώδη μουσική και επιθετικές ρακέτες, είτε σε ερημική παραλία, μου είναι αδύνατον να συγκεντρωθώ – αντιθέτως με ό,τι μου συμβαίνει στα καφέ. Εκείνο που δεν μπορώ, ωστόσο, να αποφύγω με τίποτα είναι η ηδονοβλεπτική παρακολούθηση του τι διαβάζουν οι άλλοι στις παραλίες. Φέτος είδα πραγματικά πάρα πολλά βιβλία, από τα –κλασικά– αισθηματικά έως σοβαρή λογοτεχνία, δοκίμια, αστυνομικά, μέχρι και χόρορ. Το κοινό τους σημείο ήταν ένα: όλοι οι αναγνώστες τους ήταν ξενόγλωσσοι! Σε ένα δείγμα περίπου εκατό εξωφύλλων που επεσήμανα -ελλείψει ΕΚΕΒΙ και αξιόπιστης μέτρησης αναγνωσιμοτήτων- ελληνόφωνα βιβλία στο εσωτερικό τους έφεραν μόλις δύο: ένα γνωστής ροζ ευπώλητης κυρίας που παλαιότερα μας σύστησε να μη διαβάζουμε ξένους συγγραφείς («τους ξένους ας τους διαβάσουν οι ξένοι») κι ένα αξιόλογου μεσαίου εκδοτικού οίκου της χώρας. Αντιθέτως, η εικόνα της φετινής έκθεσης βιβλίου στο Ζάππειο ήταν ελπιδοφόρα – τουλάχιστον τα Σαββατοκύριακα.

Ας το πάρουμε απόφαση, οι Έλληνες δεν διαβάζουν –όσο αφοριστική και ισοπεδωτική μοιάζει αυτή η διαπίστωση. Και είναι απορίας άξιον πώς εξακολουθούμε να έχουμε τόσους αξιόπιστους εκδότες, μεταφραστές, επιμελητές, βιβλιοπώλες και πώς μπορούμε να απολαύσουμε στη μητρική μας γλώσσα τόσα και τόσο σημαντικά βιβλία. Η εξήγηση, αυτονόητα, είναι μόνο μία: ο πατριωτισμός των αφοσιωμένων αναγνωστών. Κάτι είναι κι αυτό.

 

Ιορδάνης Κουμασίδης

*Διδάσκει στο ΕΚΠΑ και στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

(Δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής, 22-9-2019)