Μεταμοντέρνα πολιτική θεωρία και πράξη: το έπακρον της αισθητικοποίησης. Περίληψη της ομιλίας.

Με χαρά σας προσκαλώ στην ομιλία που θα λάβει χώρα στο σεμινάριο Κοσμά Ψυχοπαίδη – Διαρκές Σεμινάριο Θεωρίας και Επιστημολογίας των Κοινωνικών Επιστημών του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ, την Πέμπτη 1 Νοέμβρη 2018 στις 8 (ακριβώς!) το βράδυ με θέμα

Μεταμοντέρνα πολιτική θεωρία και πράξη: το έπακρον της αισθητικοποίησης.

Σοφοκλέους 1, 4ος όροφος, αίθουσα 416.

Μπορείτε να δείτε εδώ το πλήρες πρόγραμμα του εξαμήνου του σεμιναρίου:
https://docs.google.com/viewer…

Ασφαλώς η συνεδρία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Μανόλη Αγγελίδη.

 

post modern art

Η περίληψη της εισήγησης:

 

Μεταμοντέρνα πολιτική θεωρία και πράξη: το έπακρον της αισθητικοποίησης.
Ιορδάνης Κουμασίδης. Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

Μέσα στον ορυμαγδό των διαρκών μεταμορφώσεων, της αυτό-υπονόμευσης και του ασταθούς επιστημολογικού status της μεταμοντέρνας θεωρίας/πρόσληψης αλλά και των ισοπεδωτικών επιθέσεων που δέχτηκε η ίδια εκ δεξιών («νεομηδενιστικές χαρούμενες ατοπολογίες της αριστεράς») και εξ ευωνύμων («πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού και θεωρητική δικαιολόγηση της νεοφιλελεύθερης επέλασης με ροπή προς το απολιτίκ»), εκείνο το κομμάτι που αγνοήθηκε συστηματικά ήταν το κατά πόσον η ίδια μπορεί να ευσταθεί (και) ως πολιτική θεωρία/φιλοσοφία. Τούτο εκφράζεται υπό το ερώτημα: μπορεί η ολική αισθητικοποίηση να αντικαταστήσει τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής πράξης ή απλώς στέκει ως συνοδευτική τους, ως απλώς μία μορφή ανάμεσα στις άλλες, μια στιγμή καλλιτεχνικής εκτόνωσης;  Μπορεί ο μεταμοντερνισμός να συγκροτήσει μια στιβαρή πολιτική θεωρία παρότι η αντίληψή του είναι διακηρυκτικά σχετικιστική, αποσπασματική, αντι-ολιστική και, σύμφωνα με πολλές κριτικές απολιτίκ ή και ακόμα ύποπτη ολοκληρωτισμού; Τέλος μπορούν να έχουν κοινωνικοπολιτικό αντίκτυπο τούτες οι αισθητικοποιημένες πράξεις εφόσον αυτοχαρακτηρίζονται ενάντια στην ιδεολογία; Χωράει πολιτική νοηματοδότηση σε μια σειρά από αισθητικοποιημένες πράξεις που ξεκινούν από την προβολή των γλωσσικών παιγνίων για να φτάσουν στον διακηρυγμένο στόχο της ολικής σύγχυσης τέχνης-ζωής;

 

Advertisements

Σπαράγματα γλωσσικής και πολιτισμικής μετάβασης (Κριτική: Ο Μαρξ και η κούκλα, της Μαριάμ Ματζιντί).

Μαριάμ Ματζιντί

Ο Μαρξ και η κούκλα

(μετ. Σέβυ Σπυριδογιαννάκη).

Ψυχογιός,  2018. Σελίδες 268.

 

μαρξ και η κούκλα.jpg

   Βραβευμένο με το Γκονκούρ πρώτου μυθιστορήματος για το 2017,  όπως και με το βραβείο Quest-France Étonnants Voyagers (το οποίο συμπεριλαμβάνει και κινηματογραφικό, πλην του λογοτεχνικού, βραβείο στο έτερο σκέλος του – κάτι διόλου τυχαίο σε σχέση με το μυθιστόρημα στο οποίο αναφερόμαστε) το μυθιστόρημα Ο Μαρξ και η κούκλα της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Μαριάμ Ματζιντί (γεν. το 1980) συγκέντρωσε το ενδιαφέρον του γαλλόφωνου αναγνωστικού κοινού και μεταφράστηκε πολύ σύντομα στη γλώσσα μας.

   To μυθιστόρημα αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος του από σπαράγματα σκέψεων και στιγμιότυπα μιας επώδυνης μετάβασης της μικρής ηρωίδας από το μετα-επαναστατικό Ιράν στη Γαλλία και συγκεκριμένα στο Παρίσι: στο επίκεντρο βρίσκεται η γλωσσική μετάβαση – ο αποχωρισμός από τη μητρική γλώσσα σε μικρή ηλικία, η δυσκολία κατάκτησης της γαλλικής και η επάνοδος στη μητρική σε ώριμη πια ηλικία, όπως και η αδυναμία προσαρμογής στα διαφέροντα πολιτισμικά πρότυπα. Οι γονείς της μικρής αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Τεχεράνη καθότι είναι κομμουνιστές διωκόμενοι από το θεοκρατικό καθεστώς που ακολούθησε την ανατροπή του Σάχη – εξ ου και ο, όχι ιδιαίτερα ενδεικτικός για το περιεχόμενο του μυθιστορήματος, τίτλος: η μικρή εξαναγκάζεται να χαρίσει τα παιχνίδια της σε φτωχά παιδιά καθώς οι γονείς της την εκπαιδεύουν στην «κομμουνιστική» ηθική της άρνησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ηρωίδα, εν τέλει, προσαρμόζεται στη νέα πατρίδα, ξαναγεννιέται εντός της νέας γλώσσας, όμως με την ενηλικίωσή της θα ξεκινήσει ένα ταξίδι επιστροφής και επαναπροσδορισμού της βασανιστικής της ταυτότητας: μια επιβεβαίωση του αξιώματος «με ό,τι δεν έχουμε συμφιλιωθεί, μοιραία θα επιστρέφει για να μας στοιχειώνει».

   Μορφολογικά, το μυθιστόρημα διαρθρώνεται σε πολλά, σύντομα κεφάλαια λίγων σελίδων, για αυτό και το προσδιορίζουμε ως «σπαραγματικό-στιγμιοτυπικό», με διαρκείς αφηγηματικούς αντι-χρονισμούς και flash-backˑ εδώ εντοπίζουμε και την κινηματογραφότροπη αφήγήσή του που θεωρούμε πως συνετέλεσε πιθανώς στην απονομή του βραβείου Quest-France Étonnants Voyagers. Τo νήμα της εξιστόρησης ξεκινά από τη γέννηση της ηρωίδας φθάνοντας μέχρι τη στιγμή που γράφεται το βιβλίο. Η αφήγηση αλλάζει συχνά πρόσωπο ή εστίαση, συνήθως πρόσωπο απεύθυνσης και όχι καθαρού αφηγητή: από πρωτοπρόσωπη ξαφνικά μετατρέπεται σε δευτεροπρόσωπη, απευθυνόμενη σε εκείνον που εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή στο προσκήνιο, συνηθέστερα, σε πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος.

   Το μυθιστόρημα μιλά επιτυχημένα για τη διπλή ταυτότητα, τη διπλή κουλτούρα, την διαπολιτισμική ιδιοσυγκρασία και όλες τις συνεπαγόμενες από τα παραπάνω αντιφάσεις, με επίκεντρο τη γλώσσα. Ταυτόχρονα και για τις πολιτικές αντιφάσεις έτσι όπως επενεργούν στη ζωή και τη σκέψη της μικρής ηρωίδας: λόγου χάρη, η σύγκρουση του καταπιεστικού Ισλάμ που κυβερνά το Ιράν με τη μαρξιστική ιδεολογία των γονιών της (που της μοιάζει επίσης ακατανόητη) τους οδηγεί εν τέλει στη φιλελεύθερη Γαλλία. Μέσα από το βιβλίο υπενθυμίζεται, χωρίς να δηλώνεται, πως το μεταναστευτικό δεν είναι ζήτημα αριθμών: αποτελεί κυρίως ζήτημα πολλών μικρών, προσωπικών δυσχερειών έως τραγωδιών. Ή, αλλιώς: το πρόσωπο έναντι της στατιστικής. Ασφαλώς, όμως, η διπλή ταυτότητα σε συνδυασμό με το επίφοβο της μετανάστευσης αναβαθμίζει τα εμπειρικά συγγραφικά εφόδια, επιβεβαιώνοντας εκείνο που υποψιάζομαστε: η λογοτεχνία συνιστά μια τέχνη που εξακολουθεί ν’ αξιοποιεί στο έπακρο τη διαφορετικότητα. Ο συγγραφέας Φιλίπ Κλοντέλ, μέλος της επιτροπής του Γκονκούρ δήλωσε για τη Ματζιντί πως «πρόκειται για μια φωνή που αναπτύχθηκε πολύ μακριά από εδώ»ˑ διακρίνω μια λεπτή ειρωνικότητα στη διατύπωση: η λογοτεχνική φωνή της Ματζιντί αναπτύχθηκε κατά τη γνώμη μου «τόσο μακριά, τόσο κοντά» από τη Γαλλία κι ακριβώς αυτό αποτελεί μέρος της δύναμής της.

matzinti

   Τα σημεία στα οποία υστερεί ελαφρώς το μυθιστόρημα είναι εκείνα στα οποία δίδεται υπερβολική έμφαση στα ενδο-οικογενειακά ζητήματα, κυρίως στον συναισθηματικό δεσμό της μικρής με τη γιαγιά της – που καταλαμβάνει αρκετό χώρο παρά την περιορισμένη έκταση του κειμένου: τούτο βέβαια μοιάζει αναπόφευκτο εφόσον πρόκειται για μυθιστόρημα σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Επιπλέον, και σε ορισμένα σημεία όπου ο λυρισμός αναλαμβάνει τα ηνία: νομίζω πως ενός είδους λυρισμός ενυπάρχει ήδη εντυπωμένος στην αφηγηματική οπτική της ηρωίδας καθότι αυτή είναι παιδί στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίουˑ οι επιπλέον λυρικές προσθήκες μοιάζουν περιττές. Αντι-παράδειγμα σε σχέση με την τελευταία επισήμανση, ο αριστοτεχνικός τρόπος που εντάσσει η Ματζιντί την (περσική) ποίηση στην πλοκή και η διαλεκτική της με τα συμβάντα του μυθιστορήματος.

   Η τάση για την αφήγηση των μεταβάσεων μεταναστευτικών πληθυσμών, με επίκεντρο πια τη νέα τους ζωή στον δυτικό κόσμο και όχι ως απλή διεκτραγώδηση της περιπέτειας και των κινδύνων της μετανάστευσης, μοιάζει να παγιώνεται. Θυμίζουμε την αντίστοιχη επιτυχία που είχε στις Ηνωμένες Πολιτείες το Ιδού οι ονειροπόλοι της Ιμπόλο Μπούε (μεταφρασμένο και στα ελληνικά όπου, δυστυχώς, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο). Δεν γνωρίζω εάν αυτό συνιστά μια περισσότερο κοινωνιολογίζουσα στροφή του μυθιστορήματος -που, ωστόσο, διατηρεί τον πολιτικό του χαρακτήρα- και, συνεπαγωγικά, του αναγνωστικού ενδιαφέροντος: Σίγουρα όμως μας προσφέρει πολύ ενδιαφέροντα βιβλία, όπως είναι και το Ο Μαρξ και η κούκλα.

 

*O Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 14/10/2018.

marx pouppe.jpg

Εικαστικά, μουσική, λογοτεχνία: συνδεσμολογίες.

alea 1.jpg

 

Επ’ αφορμή της έκθεσης Η Αλέα του φόβου του Γιώργου Σκυλογιάννη.

   Ας ξεκινήσουμε με μια αρκετά δυσάρεστη παραδοχή: ενώ διανύουμε την εποχή όπου δηλώνει «καλλιτέχνης» ο μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων παγκοσμίως από καταβολής ανθρωπίνου γένους, αυτή η μεταβολή δεν βρίσκει απαραίτητα την αντιστοίχησή της και σε επίπεδο ποιοτικών χαρακτηριστικών: δεν κρίνω, ασφαλώς, την ποιότητα των παραγόμενων έργων τέχνης αλλά κυρίως τη διάδραση, την αλληεπίδραση μεταξύ των πεδίων τηςˑ παρατηρούμε και στην Ελλάδα όλο και λιγότερους συγγραφείς –κατ΄αναλογία πάντα-  να παρακολουθούν θέατρο ή σινεμά ή τον χώρο των εικαστικών, όλο και λιγότερους ηθοποιούς να διαβάζουν. Η συζήτηση, λοιπόν, εάν η τέχνη είναι ενιαία, ή, καλύτερα, διαθέτει ενιαίους κανόνες, κι ακόμα περισσότερο το πεδίο της αισθητικής ως κριτικός λόγος περί τέχνης, οπισθοχωρεί ακριβώς την εποχή που την/το έχουμε περισσότερο ανάγκη.

   Αιτιολογώ την παραπάνω κατάσταση κυρίως στο δίκοπο μαχαίρι της τεχνολογίας και της διαδικτυακής διάχυσης του έργου τέχνης: μπορεί σήμερα ένας συγγραφέας να προβάλλει το έργο του μ’ ένα blog εάν δεν βρίσκει εκδότη ή να χρησιμοποιεί writing generators, με τα σειρά του ένας artist εάν δεν βρίσκει γκαλερί να φτιάξει online portfolio ή, ακόμα, να μάθει photoshop, ένας μουσικός να διαμοιράσει το έργο του μέσω spotify, my space, youtube, ή να χρησιμοποιεί το cubase ή, ακόμα, και το guitar hero (στην τελευταία περίπτωση μάλλον βαυκαλιζόμενος πως είναι μουσικός). Οι ευκαιρίες διάδοσης του παραγόμενου έργου είναι περισσότερες, όμως πολλοί περισσότεροι είναι και όσοι τις επιχειρούν: μέσα σε αυτό τον τεράστιο, υπερφυσικό διαδικτυακό βόμβο, είναι ακόμα πιο δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τα κείμενα που δημοσιεύονται και διαθέτουν, πράγματι, λογοτεχνικές αρετές, ν’ ανακαλύψει τους ικανούς νέους μουσικούς ή το έργο των εικαστικών. Εδώ ο ρόλος της κριτικής καθίσταται ακόμα πιο σημαντικός, πλην όμως εξασθενισμένος για λόγους επίσης σχετικούς με την τεχνολογική έκρηξη. Θέλω να πω πως, εξαιτίας κυρίως της συρρίκνωσης του Τύπου εκλείπουν οι επαγγελματίες κριτικοί λογοτεχνίας, μουσικής, εικαστικών και μετακομίζουν συνήθως –μπίνγκο!- στο διαδίκτυο μαζί με χιλιάδες άλλους που εκφέρουν τη γνώμη τους, επομένως βράζουν στο ίδιο καζάνι με τους καλλιτέχνες, ένας εξαίσιος φαύλος κύκλος! Με άλλα λόγια, η διεύρυνση της δημοκρατικότητας στην τέχνη έχει την θετική και ταυτόχρονα τη ζοφερή της όψη. Η ειρωνεία ως προς τα συμπεράσματα των μελετών της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι πασιφανής – δίχως ν’ ακυρώνει την εγκυρότητά τους: οι πομποί των έργων τέχνης έχουν πολλαπλασιαστεί, σε σημείο ν’ αναζητούνται δέκτες.

      Θεωρώ πως είναι πρακτικά αδύνατον ο σημερινός αξιολογότατος καλλιτέχνης να είναι αδιάφορος για τα επιτεύγματα στα άλλα πεδία τέχνης: επειδή ο κόσμος έχει γίνει πολυπλοκότερος και διαδραστικός, επειδή οι υβριδικές μορφές τέχνης έχουν κανονικοποιηθεί και, τέλος, επειδή τα δάνεια (συνείδητα και ασυνείδητα) είναι εκ των ων ουκ άνευ. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει πως αυτή η μορφή διακειμενικότητας καθιστά το έργο τέχνης τελεσίδικα ενδιαφέρον ή αξιόλογο: Με άλλα λόγια, δεν απαιτείται βιβλιογραφία για να ανιχνεύσουμε και να κατανοήσουμε τα δάνεια, τις διακειμενικές και τις δια-αισθητικές αναφορές – σε τέτοιες περιπτώσεις το έργο τέχνης συνήθως καταλήγει στυλιζαρισμένος αχταρμάς: για άλλη μια φορά, πρόκειται για ζήτημα «κουζίνας», το πόσο σωστά έχουν δέσει τα υλικά διαφορετικής προέλευσης δίχως να διαφημίζουν την ανομοιογένειά τους. Τις βαθύτερες διακείμενες τις αναλαμβάνει η εκάστοτε θεωρία.

alea.jpg

  Η αρχική μου διαπίστωση, βέβαια, δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει από το να αναστοχαζόμαστε διαρκώς τις συνδεσμολογίες των ειδών τέχνης, ειδικότερα, στο πλαίσιο της αποψινής συζήτησης, περί εικαστικών, λογοτεχνίας και μουσικής. Θέτω εδώ ορισμένους εναρκτικούς όρους αυτής της συζήτησης: Εξακολουθούμε να ζούμε σε μία κατά βάση οπτική, εικονοκλαστική κοινωνία (μεταξύ άλλων, τούτο αποδεικνύεται από την επέλαση του instagram έναντι social media ή blogs που προωθούν περισσότερο τον λόγο, το κείμενο)ˑ η εικόνα εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο ερέθισμα του περίφημου μέσου ανθρώπου, αδιαφμισβήτητα έναντι του ήχου, πόσο μάλλον των λέξεων, τους άλλους δύο «εταίρους» της σημερινής συζήτησης. Τούτο, ωστόσο, δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα στον χώρο των εικαστικών, καθώς υπήρξε το πεδίο που δυσκολεύτηκε περισσότερο απ’ όλους να ξεφύγει από τον ρεαλισμό, την αναπαραστατικότητα. Μάρτυρες αυτής της τάσης η δριμεία κριτική που δέχτηκαν ο εξπρεσιονισμός ή η αφηρημένη τέχνη, την ίδια ώρα που η λογοτεχνία έφτασε ευκολότερα στον γλωσσοκεντρισμό και η μουσική, κάπως δυσκολότερα, στο σπάσιμο της  συνηθισμένης φόρμας (λ.χ. με τον Ξενάκη). Η εικαστική τέχνη έχει να ανταγωνιστεί σήμερα έναν ολοένα και πιο «εικαστικοποιημένο» κόσμο -στην πραγματικότητα, χονδροειδώς (παρα)αισθητικοποιημένο- σε σημείο πρόκλησης σύγχυσης του τι αποτελεί τέχνη και τι όχι.

    Είναι εύκολο, ωστόσο, να ισχυριστεί κανείς «η τέχνη είναι ενιαία» ή «οι τέχνες συνδέονται» και να ξεμπερδέψει. Χρειαζόμαστε σημεία επαφής, εξηγήσεις, κοινούς τρόπους, τομές, ενδεχόμενες αντιφάσεις, με λίγα λόγια συνδεσμολογίες. Το τρίπτυχο που θα ορίσει τη συζήτηση περί συνδεσμολογιών, λοιπόν, είναι για μένα: ύφος (προσωπικό, συλλογικό, συνειδητό-ασυνείδητο), νόημα (έναντι παντός είδους συναισθηματισμών αλλά και σε επίπεδο αντιδανείων), φόρμα (κυρίως, οι αμφισβητήσεις της). Κάθε μέρος του τριπτύχου μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τα άλλα δύο σε περιφερειακή σύνδεση με τα τρία πεδία που συζητάμε αλλά και με το σύνολο των παραγομένων έργων τέχνης. Και η αισθητική θεωρία συγκεφαλαιώνει και εξηγεί αυτούς ακριβώς τους μηχανισμούς.

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης είναι πανεπιστημιακός και συγγραφέας. Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης ο μουσικός Μάριος Στρόφαλης, ο συγγραφέας και επιμελητής εκθέσεων Αποστόλης Αρτινός, οι πανεπιστημιακοί Ρεγγίνα Αργυράκη και Γιώργος Σκυλογιάννης.

 

Δημοσιεύτηκε στο Φρέαρ, 14 Σεπτεμβρίου 2018.

Κριτική βιβλίου: Κυριακή Παναγιωτίδου – «Είναι καλός ο κόσμος;»

einai-kalos-o-kosmos

Είναι καλός ο κόσμος;
Απαντήσεις για το νόημα της ζωής μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική
Κυριακή Παναγιωτίδου
Αρμός
200 σελ.

 

Καλούμαστε να μιλήσουμε για ένα βιβλίο που διαθέτει μια τρομερή και συνάμα γοητευτική παραδοξότητα: όλοι οι πρωταγωνιστές του είναι άνθρωποι ζωντανοί, πραγματικοί. Και κανείς τους δεν βρίσκεται απόψε εδώ ανάμεσά μας σ’ αυτή την αίθουσα – και, εικάζω, σε καμία άλλη διά ζώσης παρουσίασή του. Είναι οι άνθρωποι που απάντησαν σε αυτό το, πρωτότυπο, εγχείρημα, της Κικής Παναγιωτίδου. Η ίδια, δημιούργησε μια παραλλαγή του ερωτηματολογίου του Προυστ, ερωτηματολόγιο κατ’ εξοχήν ανθρωποκεντρικό, χαρακτηρολογικό αλλά συνάμα ανοιχτό σε λογοτεχνισμούς και σοφίες της στιγμής. Στο ερωτηματολόγιο απαντούν άνθρωποι που ζουν σε μια ψυχιατρική κλινική. Τα στοιχεία που μαθαίνουμε για αυτούς είναι μόνο τα βασικά: φύλο, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία και ιατρικό ιστορικό.

Το αποτέλεσμα, παρ’ όλα αυτά, είναι το λιγότερο εντυπωσιακό: προκύπτουν συνεντεύξεις αυθόρμητες, αληθινές, αποϊατρικοποιημένες. Συνεντεύξεις που προκαλούν: συγκίνηση, κλάμα, χαμόγελα, έως και γέλιο: ένα παλίμψηστο από συναισθήματα – συχνά αντικρουόμενα αλλά με ανεκρίζωτο τρόπο συνυπάρχοντα. Πρόκειται για ένα βιβλίο ακατάλληλο –ή, εντελώς επιβεβλημένο– για συγγραφείς: το διαβάζεις και διαπιστώνεις πως κανείς επινοημένος χαρακτήρας δεν μπορεί ν’ ανταγωνιστεί τους πραγματικούς (συχνά, λες και: δεν θα γράψω άλλο βιβλίο). Θα τολμούσα να πω πως το εν λόγω βιβλίο μετατρέπει την ψυχιατρική κλινική από «μέρος όπου χάνεις τα δικαιώματα και την ταυτότητά σου» (όπως προσφυώς αναφέρει ο Γιάννης Ζέρβας στον πρόλογο) σε μέρος όπου ο λόγος σου αποκτά αξία.

Πέραν αυτών, το βιβλίο της κ. Παναγιωτίδου έχει μια ιδιαίτερη αξία, αξία κατ’ αρχάς μεθοδολογική και επιστημολογική: η ριζοσπαστική του ματιά έγκειται σ’ ένα διπλό αναποδογύρισμα των συνηθισμένων πρακτικών προσέγγισης της ψυχικής ασθένειας. Και για να προλάβω τυχόν ενστάσεις, όταν χαρακτηρίζω τις πρακτικές «συνηθισμένες» εννοώ κατά βάση την καθυστέρηση με την οποία δέχονται οι κοινωνικοί σχηματισμοί τις ρηξικέλευθες επιστημονικές τομές, ακόμα περισσότερο όταν αυτές αφορούν τις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες. Η κοινωνία, δυστυχώς, πάντα δέχεται με καθυστέρηση και επιφυλακτικότητα. Πού έγκειται όμως το διπλό αναποδογύρισμα;

Κάνω ένα βήμα πίσω για να δηλώσω το –περίπου– αυτονόητο: κάθε σκέψη περί ψυχικών ασθενειών, για την ακρίβεια επί της διάρθρωσης, της κοινωνικής τους αντιμετώπισης και της θεσμικής τους αποκρυστάλλωσης, οφείλει ν’ αναμετρηθεί με τη φουκοκική μεθοδολογία. Στο φουκωϊκό επιστημονικό εγχείρημα συμβαίνει το εξής: η ανάλυση –αρχαιολογία/γενεαλογία– ενός κοινωνικού θεσμού λαμβάνει χώρα με την ενδελεχή συγκέντρωση των λόγων που συγκροτούνται γύρω από αυτόν. Η πρωτοτυπία του έγκειται, μεταξύ άλλων, στην άρνηση της άκαμπτης ιεράρχησης τούτων των λόγων αναφορικά με την αξία και την εγκυρότητά τους –για παράδειγμα, πρώτα απ’ όλα ο λόγος του κράτους, εν συνεχεία του γιατρού, των δημοσιολόγων κ.ο.κ.– με τελευταίο εκείνον του ασθενούς. Εάν, λοιπόν, ο Φουκό τους εξετάζει διαδοχικά, συγκριτικά, ερευνώντας τις αντιπαραθέσεις αλλά και τις διατομές τους, το παρόν βιβλίο πηγαίνει εξ αρχής, διακηρυκτικά και άκρως συνειδητά, αντίστροφα. Ενώπιόν μας ο καθαρός, αποϊατρικοποιημένος λόγος του ασθενούς, ο λόγος που προσπαθεί να λειτουργήσει επιτελεστικά πέραν της ασθένειας. Επομένως: αντιστροφή της αξίας, της κυριάρχησης των λόγων, και, ταυτόχρονα, αποϊατρικοποίηση του ύφους τους.

kiki

Υποψιάζομαι, επιπλέον, πως κινητήριος δύναμη για τη συγγραφή του βιβλίου, πέραν της ιατρικής μέριμνας και του ενδιαφέροντος για την ανθρώπινη κατάσταση, υπήρξε και το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία: μάρτυρες επ’ αυτού, το ερωτηματολόγιο του Προυστ, οι άνθρωποι που αφηγούνται ιστορίες, οι αδρές χαρακτηρολογίες που παρατηρούμε να αναδύονται. Και, ασφαλώς, η διαρκής επαναφορά του ερωτήματος: τελικώς διερωτόμαστε για το νόημα της ζωής κυρίως στις οριακές καταστάσεις; (εγκλεισμούς, θανάτους κ.ο.κ.).

Κλείνοντας: το βιβλίο επιτυγχάνει τον, σπανιότατο, συνδυασμό αναγνωστικής απόλαυσης και κοινωνικής επιτέλεσης.

 

Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

 

Δημοσιεύτηκε στο Diastixo.gr, 8/1/2018.

Kριτική: Οι μικροί μου ήρωες, του Γιάννη Ζέρβα.

ZERVAS_HRWES1.jpg

Γιάννης Ζέρβας

Οι μικροί μου ήρωες (Άγρα, 2017).

 

   Η ποίηση του Γιάννη Ζέρβα διαθέτει ορισμένα πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: μεταξύ άλλων είναι συνειδητά πειραματική, καινοτόμος και –καθόλου αμελητέο– διόλου βαρετή. Χρησιμοποιεί συχνά ως καμβά διερωτητικά επινοημένα ημί-προσωπεία συγκροτώντας μια ήπια, αποδεκτή και παραγωγική μεταμοντέρνα τεχνοτροπίαˑ όλα αυτά ήδη από την εποχή της Τζούλιας (Εγνατία/Τραμ, 1983), της Τζούλιας 2 (Άγρα, 2010) και της προηγούμενης συλλογής του Massimo Gentile Mass/Age vs Body/Work (Άγρα, 2015), στο ενδιάμεσο των οποίων παρενεβλήθησαν άλλες τέσσερις ποιητικές συνθέσεις.

  Η νέα του συλλογή με τίτλο Οι μικροί μου ήρωες είναι κι αυτή παιγνιώδης και ταυτόχρονα προσφερόμενη για διπλή ανάγνωση. Παιγνιώδης, επειδή χρησιμοποιεί ως τίτλους, ως σημεία αναφοράς ήρωες παιδικούς, οι περισσότεροι εξ αυτών  ήρωες λογοτεχνικοί και ουχί super heroes αλλά και εξαιτίας της τεχνοτροπίας της. Και διπλής δυνητικής ανάγνωσης επειδή τα ποιήματα μπορούν να διαβαστούν σε συνομιλία με τους τίτλους τους αλλά και αυτόνομα. Στην πρώτη δυνατότητα ανάγνωσης εντοπίζουμε και τον διακειμενικό χαρακτήρα της συλλογής: παραθέτοντας έναν τίτλο, ο αναγνώστης αμέσως ανακαλεί τον αντίστοιχο χαρακτήρα και –αρκετά– πιθανόν την ιστορία του. Έτσι, έχουμε μια υπόρρητη, λανθάνουσα συνύπαρξη και συνομιλία των δύο ιστοριών, εκείνη του ‘‘τιτλούχου’’ λογοτεχνικού ήρωα και εκείνης που διαρθρώνεται στο ποίημα του Ζέρβα.

   Όλα αυτά συγκροτούν, ασφαλώς, ένα παράδοξο σύμπαν, σαγηνευτικό, δίχως ποιητική σπουδαιοφάνεια, σύμπαν στο οποίο εισβάλλουν στη συνέχεια της συλλογής μορφές όπως ο Φρόιντ και ο Γουτεμβέργιος. Το πρώτο μέρος, εκείνο που συμπεριλαμβάνει τους μικρούς ήρωες κλείνει με την εικονοποιητική σύνθεση ‘‘Ομαδική φωτογραφία’’ που, θαρρώ, κλείνει το μάτι στο φινάλε της κινηματογραφικής ταινίας Big Fish.

   Στο δεύτερο μέρος τη θέση των ηρώων καταλαμβάνει το ολύμπιο δωδεκάθεο και στη συνέχεια και ορισμένοι παράξενοι φίλοι του (μεταξύ άλλων, ο Ίκαρος, ο Άδης, η Νίκη της Σαμοθράκης), ενώ στο τρίτο κάνουν την εμφάνισή τους ποιήματα ποιητικής, όχι τόσο με την έννοια της δοθείσας απάντησης μέσα στο ποίημα για το τι είναι η ποίηση αλλά με εκείνη της εξιστόρησης της βασάνου και των οριακών στιγμές της παραγωγής της. Το τέταρτο μέρος αποτελεί μια εξαιρετική σύνοψη της ποιητικής οπτικής όπως αυτή διαρθρώθηκε σε όλη την προηγούμενη συλλογή, λειτουργώντας ως απόσταγμα και συνάμα φινάλε της.

zervas2

   Σε επίπεδο τεχνοτροπίας, η μανιέρα του Ζέρβα είναι υβριδική και πολυπαραγοντική: δεν ορρωδεί μπρος στους περιορισμούς της φόρμας, χρησιμοποιώντας διαδοχικά και εναλλάξ τον ελεύθερο στίχο το, κεκαλυμμένο, μέτρο αλλά και τις τεχνοτροπικές ετεροαναφορές σε άλλους ποιητές υπό την επίκληση του ‘‘με τον τρόπο του…’’. Το αποτέλεσμα είναι εμφανώς επιτυχημένο και συνιστά μια αναγνωρίσιμη ιδιοσυστασία τους ποιητικού του ύφους.

   Κλείνοντας, σκέφτομαι πως να γράφει κανείς τη σημερινή εποχή ποιήματα που να μην αποτελούν ομοιώματα του ποιητικού συρμού που μας κατακλύζει διαδικτυακώς (συχνά και εντύπως) ενέχει, ασφαλώς, έναν ηρωισμό.

 *Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 17-12-2017).

 

 

 

Γαλλική επανάσταση: ταξική ή πολιτισμική σύγκρουση;

T.C.WBLANNING, Γαλλική επανάσταση. Ταξική ή πολιτισμική σύγκρουση; μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Εκδόσεις Οκτώ, σελ. 154

33832217

Παρ’ όλη την πτώση της γαλλοφωνίας στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον για τη γαλλική ιστορία, πολιτική και κουλτούρα παραμένει εντονότατο, κυρίως όσον αφορά τα πεδία των κοινωνικών-ανθρωπιστικών επιστημών. Σε τούτο το πλαίσιο, έχουμε το προνόμιο να μεταφράζονται στη γλώσσα μας και επιστημονικά έργα δευτερογενούς παραγωγής, έργα επεξηγηματικά, σχολιαστικά, συχνά και αναστοχαστικά. Ένα από αυτά είναι και το βιβλίο του T.C.W. Blanning με τίτλο Γαλλική επανάσταση. Ταξική ή πολιτισμική σύγκρουση; που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1987, επανεκδόθηκε το 1998 από τον Palgrave και από φέτος υπάρχει και στην ελληνική γλώσσα από τις αξιολογότατες εκδόσεις Οκτώ, σε μετάφραση της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου.

Η σύντομη μελέτη του Blanning έχει τον χαρακτήρα σύνοψης της συζήτησης και των διαφωνιών σχετικά με τη φύση της Γαλλικής Επανάστασης, της μεγαλύτερης κατά Μαρξ, πολιτικής επανάστασης της ανθρώπινης ιστορίας -παρεμπιπτόντως θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον εάν ο Μαρξ θα επέμενε σε αυτό τον ισχυρισμό μετά την έλευση της Οκτωβριανής, πόσο μάλλον μετά την κατάρρευση της τελευταίας.

Η μείζονα διάσταση απόψεων στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας αφορά το κατά πόσον η γαλλική επανάσταση συνιστά κατά βάση ταξική ή πολιτισμική σύγκρουση: με την πρώτη θέση συνασπίζονται οι κλασικοί μαρξιστές ενώ με τη δεύτερη ένα ανομοιογενές κύμα ιστορικών που μπορούν για λόγους οικονομίας να ονομαστούν αναθεωρητές. Η δυναμική εμφάνιση των τελευταίων δίνει την αφορμή στον Blanning να συνοψίσει τη διαμάχη που αυτή προκάλεσε.

Τα δεδομένα

Γνωρίζουμε, πράγματι, πως στην προεπαναστατική Γαλλία κυριαρχούσαν οι τάξεις του κλήρου και της αριστοκρατίας[1]. Οι οικονομικές προϋποθέσεις αυτής της κυριαρχίας ήταν ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής που είχε ως βασική πηγή πλούτου και ιδιοκτησίας τη γη. Προς τα τέλη του 18ου αιώνα επισημαίνεται η ανάπτυξη κι άλλων μορφών οικονομικών σχέσεων –με κορυφαίες το εμπόριο και τη βιομηχανία. Ο Blanning αποδέχεται τα παραπάνω, όμως δίνει ταυτόχρονα  αυξημένη σημασία σε απόψεις που ανατρέπουν τα καθιερωμένα σχήματα σκέψης κι ερμηνείας της επανάστασης: πρώτα πρώτα, την εξακρίβωση της βούλησης της αστικής τάξης για επανάσταση. Ο φλογερός πόθος των ευγενών αστών (bourgeois gentilhommes) δεν ήταν τόσο η ανατροπή των ευγενών αλλά η προσχώρησή τους σ’ αυτούς, πράγμα όχι ιδιαίτερα δύσκολο καθώς μεγάλο κομμάτι των ευγενών δεν βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση και ξεπουλούσε τους τίτλους και τα αξιώματά του. Τούτο στοιχειοθετεί πως η γαλλική αριστοκρατία υπήρξε περισσότερο μια ανοιχτή ελίτ παρά περίκλειστη κάστα[2]. Ούτως ειπείν, η επανάσταση δεν αποδίδεται στην ορμητικότητα των αστών αλλά κυρίως σε συγκυριακά συμβάντα, όπως η πολιτική κρίση στη Γαλλία που προέκυψε από τη χρεοκοπία της μοναρχίας, απότοκο της συμμετοχής της χώρας στον Αμερικάνικο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας και η οικονομική, συνέπεια της μειωμένης αγροτικής συγκομιδής της χρονιάς 1788[3]. Η κρίσιμη μάζα των δυσαρεστημένων επαναστάτησε και έστρεψε την οργή της έναντι των αριστοκρατών καθιστάμενη καθοριστική στη μάχη για την εξουσία. Το οικονομικό επιχείρημα του Blanning συνίσταται στον ισχυρισμό πως η οικονομία της μετεπαναστατικής Γαλλίας άλλαξε ελάχιστα: παρέμεινε αγροτοκεντρική, και μάλιστα αποτελούμενη από μικρές μονάδες γεωργών που παρήγαγαν κυρίως τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους[4]. Η αστική τάξη εμφανίστηκε με την ανάδυση της οικονομίας της αγοράς κατά τον Μεσαίωνα και αναπτύχθηκε αποικιακώ τω τρόπω και βασιζόμενη κυρίως στις υπερπόντιες κτήσεις, κι έτσι η ραγδαία άνοδος του εμπορίου κατά τον 18ο αιώνα θα ενισχύσει τη θέση της, την ίδια ώρα που το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και η μεταποίηση αποτελούν περίπου terra ingognita για την οικονομία της χώρας[5]. To επιχείρημα περί μη κομβικών οικονομικών αλλαγών στο μετεπαναστατικό καθεστώς συγκριτικά με την πρότερη κατάσταση επαναλαμβάνεται σε διάφορες παραλλαγές μέχρι το τέλος του βιβλίου, όπου και επιλέγεται να είναι το τελευταίο ζήτημα προς ανάλυση πριν το κλείσιμο.

Οι ιδέες

“H εποχή του διαφωτισμού θα διαφωτίσει μόνο έναν μικρό αριθμό ορθώς σκεπτόμενων ανθρώπων (Honnêttes gens). Οι απλοί άνθρωποι θα είναι πάντα φανατικοί’’.  Βολταίρος

Θεωρείται γενικώς αποδεκτό πως ο Διαφωτισμός αποτέλεσε τον προπομπό και ταυτόχρονα το ιδεολογικό εχέγγυο της Γαλλικής Επανάστασης. Τούτο δεν σημαίνει βέβαια πως ο Διαφωτισμός αποτέλεσε την επίσημη ιδεολογία της αστικής τάξης. Ο Blanning παραθέτει έναν ενδεικτικό μεν, εντυπωσιακό δε κατάλογο φιλοσόφων της εποχής που ήταν ευγενείς (μεταξύ άλλων, Μοντεσκιέ, Κοντορσέ, Κοντιγιάκ, Λαβουαζιέ, Κενέ, Τιργκό, Μιραμπό) αλλά και αστών που εξαγόρασαν τίτλο ευγενείας, με σημαντικότερα ονόματα τον Βολταίρο και τον Μπομαρσέ. Η περίφημη, άλλωστε, Εγκυκλοπαίδεια προσέλκυσε και μέλη της παραδοσιακής ελίτ[6].

«Είναι δύσκολο να δει κανείς τον Διαφωτισμό ως κατηγορηματικά αντίθετο με το παλαιό καθεστώς στο σύνολό του» (σελ. 44)[7].  Για τον Blanning η πολυμορφία του Διαφωτισμού συγκρινόμενη με την πολυμορφία της Επανάστασης δεν στοιχειοθετεί τελεολογική σχέση μεταξύ τους. Για τον ίδιο, ο γαλλικός Διαφωτισμός υπήρξε κίνημα των μορφωμένων ελίτ απευθυνόμενο στις μορφωμένες ελίτ (σελ. 46) και η σύνδεσή του με την Επανάσταση που τον θεωρεί κατ’ εξοχήν πυροδότη της αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων παραδοχή του δόγματος post hoc ergo propter hoc[8] και στη χειρότερη διαιώνιση της συνωμοσιολογικής θεωρίας ευρέως διαδεδομένης εκείνη την εποχή, η οποία διατεινόταν ότι την Επανάσταση την προκάλεσαν οι φιλόσοφοι.

Ασφαλώς παρουσιάζει ενδιαφέρον η προσέγγιση, τούτη η –κατά κάποιο τρόπο- κοινωνιολογία των ιδεών που πράττει ο Blanning. Γνωρίζουμε, από την άλλη, από το έργο του Groethuysen[9] πως η φιλοσοφία της γαλλικής επανάστασης δεν συνίσταται στην ανακάλυψη νέων συστημάτων (εδώ τίθεται ένα ζήτημα για το εάν ο Groethuysen εννοεί φιλοσοφικά ή κοινωνικοπολιτικά συστήματα), αλλά στη χρήση ήδη δοσμένων ιδεών που συγκεκριμενοποιούν αφηρημένες αρχές και προσωποποιούν σκοπούς[10]. Επομένως, σκοπός της φιλοσοφίας και των ιδεών –τουλάχιστον μέχρι την εμφάνιση των ουτοπιστών και του Μαρξ– δεν είναι να παράγουν απαραίτητα πολιτικά συμβάντα, αλλά να βρίσκονται σε διαρκή ερμηνευτική και διαλεκτική, παραγωγική σχέση μαζί τους. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε το γεγονός πως υπήρξαν ορισμένα αιτήματα και ιδέες του Διαφωτισμού που επεδίωξε να πραγματώσει η Επανάσταση, άλλοτε επιτυχημένα κι άλλοτε αποτυχημένα, όπως λ.χ. η εισαγωγή δικαίου, η εμφάνιση της έννοιας του δικαιώματος ή του πολίτη. Τούτο δεν σημαίνει πως η εισαγωγή στη συζήτηση αυτών των ιδεών οδήγησε τελολογικά στη διάθεση διεκδίκησής τους, όχι όμως και πως η σύνδεσή τους είναι τυχαία, αποσπασματική, φαινομενική ή απότοκο συνωμοσιολογικών θεωριών της εποχής.

ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ5

Πολιτική κουλτούρα και δημόσια σφαίρα

H έννοια της πολιτικής κουλτούρας είναι εκείνη που πλοηγεί την πολιτισμική αιτιολόγηση της Γαλλικής Επανάστασης: από τη μια η πολιτική εννοείται ως η διατύπωση –κατά βάση λεκτική– αιτημάτων, από την άλλη η πολιτική κουλτούρα συνοψίζει τους λόγους, τα σύμβολα, τις πρακτικές που πραγματώνουν αυτά τα αιτήματα (σελ. 51). Η έλευση της Επανάστασης, κατά Blanning, σηματοδοτεί το πέρασμα από την αναπαράσταση, τον συμβολισμό της απόλυτης βασιλικής εξουσίας στον δημόσιο χώρο, στην ανάδυση της δημόσιας σφαίραςˑ τούτο δεν σημαίνει μόνο ό,τι μοιάζει αυτονόητο στην επιφάνεια των πραγμάτων, δηλαδή τη διεύρυνση ή το βάθεμα της δημοκρατίας. Σημαίνει επίσης τη μετάβαση από την αναπαραστατική κουλτούρα της εξουσίας του παλαιού καθεστώτος στην ανάπτυξη του καπιταλισμού με τα παρεπόμενά του: ραγδαία αύξηση ανταλλαγής αγαθών, πληροφοριών, απόψεων, την εισαγωγή της έννοιας της κριτικής, γενικώς όσα θεσμίζουν χονδρικά τη λαμπρή εκείνη σύλληψη που αναλύει ο Χάμπερμας ως ‘‘δημόσια σφαίρα’’. Αυτή η εξέλιξη αφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό το πολιτισμικό μεθοδολογικό εργαλείο/επιχείρημα που επικαλείται ο Blanning: η δημόσια συναναστροφή, συζήτηση και θέση ερωτήσεων, εκτός από το ότι αποτελεί μια πολιτισμική προκείμενη, ξεκινά συνήθως από τα πολιτιστικά ζητήματα (κριτική και συζήτηση για θέατρο, όπερα, λογοτεχνία κ.ο.κ., σελ. 53). Η πολιτισμική πρωτεύουσα μετακινείται από τις Βερσαλλίες και την αυλή τους στο Παρίσι, το οποίο εκρήγνυται πληθυσμιακά και μορφωτικά. Η κοινή γνώμη αντικαθιστά σε μεγάλο βαθμό τη βασιλική εξουσία που αυτό-υπονομεύεται από τη διαμάχη της με τα παρλαμέντα. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς τελολογικά την έλευση μιας επανάστασης, παρεμφερείς εξελίξεις άλλωστε την ίδια περίοδο στην Αγγλία δεν οδήγησαν στην αποκαθήλωση της μοναρχίας. Ορισμένοι επιτελείς/υπουργοί του Λουδοβίκου του 16ου προσπαθούν να εισάγουν μεταρρυθμιστικά προγράμματα, η αυλή παραμένει διαιρεμένη, η αύξηση της δημόσιας σφαίρας δεν έχει μόνο θετικές επενέργειες, καθώς δεν αργούν να εμφανιστούν οι σφοδροί λιβελλογράφοι εναντίον του βασιλικού ζεύγους που δίνουν έμφαση στη διαδιδόμενη σεξουαλική ανηθικότητά τους.

Κι έπειτα, όμως, από την πτώση του Παλαιού Καθεστώτος, κατά τον Blanning δεν δημιουργήθηκε μια πολιτική κουλτούρα απόρροια ταξικής σύγκρουσης, παρά, «ο δυναμισμός της προέκυψε από την πάλη να οικειοποιηθεί τα σύμβολα της επαναστατικής νομιμότητας» (σελ. 108). Το πολιτικό, δηλαδή, επίδικο, ήταν ποιος θα καταστεί αυθεντικότερος εκφραστής της λαϊκής βούλησης και όχι των συμφερόντων της τάξης του. Για τον Blanning αυτή ήταν η αιτία που η Επανάσταση ήταν εξαρχής και εγγενώς ασταθής – παραλείπει βέβαια να αιτιολογήσει επαρκέστερα αυτή την ατραπό. Πλην της διαμάχης για την έκφραση της λαϊκής βούλησης, τι άλλο συνέτεινε σε αυτή την τρομακτική αστάθεια; Έλλειψη ταξικής συνείδησης; Μη διαμορφωμένα επαρκώς συμφέροντα; Μικρή εμβέλεια της μόρφωσης; Απουσία θεωρητικών επεξεργασιών και θεωριών;

Η ανομοιογένεια των στρατοπέδων

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των αναθεωρητών σε σχέση με τα ερμηνευτικά ζητήματα της Επανάστασης είναι η εσωτερική ανομοιογένεια των στρατοπέδων που συγκρούστηκαν για την εξουσία, επιχείρημα που δείχνει να ενστερνίζεται και ο Blanning: πλην των αυλικών και των εν Παρισίοις ευγενών, υπήρχε και η κατώτερη αριστοκρατία, κυρίως της επαρχίας, που έτρεφε δυσαρέσκεια για τους πρώτους, καθότι η καταγωγή της δεν εξασφάλιζε πια προνόμια που εξασφάλιζαν αυτοί μέσω χρημάτων –χαρακτηριστικό παράδειγμα οι anoblis που εξαγόραζαν τίτλους ευγενείας[11]. Ο ίδιος, σχολιάζοντας την πρόσληψη της Επανάστασης ως έναν καυγά των ενδοφεουδαρχικών ελίτ από τον οποίο επωφελήθηκαν οι αστοί (σελ. 82-83)[12], αναφέρει πως επρόκειτο για μια απλή σύγκρουση μεταξύ εκσυγχρονιστών και αντιδραστικών, καθώς και στο εσωτερικό των ευγενών/αριστοκρατών υπήρχαν πολλοί με φιλελεύθερες πεποιθήσεις, τους υπολογίζει μάλιστα περίπου στο ένα τρίτο όσων συμμετείχαν στη συνέλευση των τάξεων. Κατά δεύτερον, σημαντικό ρόλο έπαιξε η μη στήριξη των αξιωματικών, δηλαδή της σπονδυλικής στήλης του στρατεύματος, στον μονάρχη τη στιγμή που παραπάνω από τα τρία τέταρτα των ευγενών ήταν ταυτόχρονα και στρατιωτικοί, στους οποίους προστίθενται και οι έντεκα αξιωματικοί που ανήκαν στους 587 εκπροσώπους της τρίτης τάξης[13]. Για τον ίδιο τον Blanning, η κατίσχυση της Επανάστασης οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό στην απώλεια ελέγχου του στρατεύματος από μεριάς του βασιλιά (σελ.94).

Η ανομοιογένεια όμως αφορά και το αστικό στρατόπεδο, τη νέα επικρατούσα τάξη: παρότι ήταν αυτή που επωφελήθηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη από το νέο καθεστώς, η ίδια μπορεί να χαρακτηριστεί ως τάξη με την πολύ διευρυμένη έννοια της τάξης, ουδόλως δε τάξη συμπαγής. Οι κοινωνικές θέσεις και οι ταξικές συνειδήσεις ποικίλλουν στο εσωτερικό της και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διακρίνει κανείς τους ριζοσπάστες δημοκρατικούς από τους μετριοπαθείς φιλομοναρχικούς (σελ. 96-97). Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο Blanningεπικαλείται ακόμα και τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και πολίτη, που –θυμίζουμε– διατυπώθηκε κατά την Επανάσταση, στην οποία γίνεται λόγος περί φυσικού και αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος στην ιδιοκτησία, δικαίωμα που, πράγματι, αφορούσε πολύ μικρή μερίδα της τρίτης τάξης που διατηρούσε ιδιοκτησία ή, έστω, προοπτική ν’ αποκτήσει στο εγγύς μέλλον. Τέλος, ο Blanning επιστρέφει το κλασικό επιχείρημα περί εκπατρισμού σημαντικού αριθμού ευγενών, συγκρίνοντάς τον με εκείνον που στήριξαν έμπρακτα την Επανάσταση. Το εναρκτικό ερώτημα παραμένει: οι αστοί οργάνωσαν την επανάσταση ή αποτέλεσαν δημιούργημά της;

Γενικώς, η επίκληση της ανομοιογένειας παραβιάζει σε μεγάλο βαθμό ανοιχτές θύρες: πάντοτε στις επαναστάσεις υπάρχουν ταξικοί αποστάτες εκατέρωθεν, και πάντοτε υπάρχουν άνθρωποι, συχνά και ολόκληρες ομάδες, που δρουν ενάντια στα πραγματιστικά τους συμφέροντα. Αντιθέτως, υπάρχει ένα πολύ κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύει έναν –αρκετά– ταξικό, σίγουρα οικονομικό αιτιακό παράγοντα: φόρους στη Γαλλία πριν την επανάσταση πλήρωναν μόνο τα μέλη της τρίτης τάξης. Ένα κρίσιμο στοιχείο, τέλος, που δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν επίσης στη σύνοψη της συζήτησης είναι η έννοια της αδελφοσύνης/αλληλεγγύης[14], είτε ως πολιτικό πρόταγμα της επανάστασης και ταυτόχρονα αυτό στο οποίο απέτυχε ίσως περισσότερο απ’ όλα.

Τα ερωτήματα που ανοιγοκλείνουν

Ο τρόπος που τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα της μελέτης, (ταξική ή πολιτισμική;) θέτει ταυτόχρονα κι εξαρχής ένα ζήτημα μεθοδολογίας και οπτικής: τι είναι αυτό που επικρατεί; Ο οικονομισμός, δηλαδή λίγο πολύ μια σύγκρουση συμφερόντων ή ο πολιτισμικός διαφορισμός – όρος που ασφαλώς δεν υφίστατο εκείνη την εποχή. Επίσης, θεωρεί αυτονόητο το διαζευτικό ‘‘ή’’, δηλαδή πως οι δύο οπτικές είναι εκ θέσεως αντιθετικές και δεν μπορούν να συνυπάρξουν στο ερμηνευτικό μας σχήμα.

Η παραπάνω συζήτηση, τέλος, μοιάζει να αγνοεί τη θεωρία των κοινωνικών τάξεων, προσέγγιση που συλλαμβάνει και κατανοεί την ύπαρξη και έτερων διαιρέσεων ή διαστρωματώσεων και είναι ‘‘φιλική προς τον χρήστη (μελετητή)’’ είτε έχει αφετηρία τον φιλελευθερισμό (ελέω Βέμπερ) είτε τον κριτικό μαρξισμό (ελέω Πουλαντζά).

Η μελέτη του Blanning είναι εξαιρετικά χρήσιμη, όχι μόνο επειδή συνοψίζει μια ερμηνευτική διαμάχη μεταξύ ιστορικών, αλλά επιπλέον επειδή αναδεικνύει και τους τρόπους προσέγγισης και κατανόησης των κοσμοϊστορικών συμβάντων από τη μεριά των κοινωνικών/ανθρωπιστικών επιστημών, ταυτόχρονα όμως και τους κινδύνους των αναγωγισμών και των πολιτικών συνεπαγωγών.

[1] Θυμίζουμε πως η συνέλευση των γενικών τάξεων δεν είχε συγκληθεί για 175 χρόνια. Η πρώτη σύγκλησή της έλαβε χώρα το 1302 από τον Φίλιππο τον τέταρτο, ή  Ωραίο, με σκοπό την υποστήριξη του λαού στη διαμάχη που είχε με τον πάπα Βονιφάτιο τον Ζ με επίκεντρο την εξουσία επί του Γαλλικού κλήρου.

[2] O Blanning παραθέτει τον –πραγματικά εντυπωσιακό– αριθμό των 25.000 οικογενειών που κατείχαν κάποιον τίτλο, έναντι μόλις 220 την ίδια περίοδο στη Βρετανία.

[3] Αξίζει εδώ ένα σημειώσουμε πως η μοναρχία στη Γαλλία είχε ιστορία περίπου 1300 ετών και είχε αντιμετωπίσει, μεταξύ άλλων, τους Ούννους, τους Άραβες και τους Άγγλους στον εκατονταετή πόλεμο.

[4]  Ο ίδιος μάλιστα, δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τις οικονομικές αλλαγές που εισήγαγε η Επανάσταση ως «μάλλον οπισθοδρομικές, παρά προοδευτικές», σελ. 18.

[5]   Γνωρίζουμε από τη μελέτη του Πικετί Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα πως τη δεκαετία του 1780 θεσπίστηκε ένα οργανωμένο παρατηρητήριο/σύστημα  καταγραφής περιουσιών σε γη, ακίνητα και χρηματο-οικονομικούς τίτλους, Πικετί, σελ. 49 (Πόλις, 2014). Η μνεία του Πικετί αναφέρεται πιθανότατα στο Richesse territorial du royaume de France που εξέδωσε το 1791 ο Λαβουαζιέ. Για μια αναλυτικότερη επισκόπηση αυτών των μεταβολών βλ. Maarten Prak Early modern capitalism: economic and social change in Europe, 1400-1800 (Routledge, 2001).

[6] Για γενικές πληροφορίες επ’ αυτού βλ. Φιλίπ Μπλομ Οι εγκυκλοπαιδιστές (εκδ. Ωκεανίδα, 2005).

[7] Μία από τις, ομολογουμένως παράδοξες αλλά αρκετά πιθανόν εύστοχες, ερμηνείες του Blanning είναι πως δεν μοιάζει απίθανο ορισμένοι ευγενείς για λόγους μόδας ή ανοησίας να προσελκύστηκαν σε ιδέες που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντά τους (σελ. 42). Άλλωστε, παρά τον γενικό αντι-κληρικαλιστικό χαρακτήρα του Διαφωτισμού και της Επανάστασης, υπήρξαν και υποθέσεις που έδειξαν τα όρια αυτής της αντίφασης – ο Blanning αναφέρει την υπόθεση Calas, παρότι δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα υπόθεση, υπάρχει η διάλεξη του ClaudeLauriol με τίτλο Ο Βολταίρος και η υπόθεση Καλάς. Από την ιστορία στον μύθο (εκδόσεις Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2006).

[8] «Κατόπιν τούτου, επομένως εξαιτίας τούτου», φράση που συμπυκνώνει τη λογική πλάνη ενός συμπτωματικού συσχετισμού.

[9] Η φιλοσοφία της γαλλικής επανάστασης (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κάλβος, 1973)

[10] Ό.π., σελ. 9.

[11] Ο Blanning παραθέτει και την αντίθετη άποψη, εκφραζόμενη από τον Chaussinand-Nogaret που ισχυρίζεται πως οι παραπάνω διαδικασίες μάλλον μοιάζουν περισσότερο με αστικοποίηση της αριστοκρατίας και όχι για αριστοκρατικοποίηση της αστικής τάξης, σελ. 37.

[12] Αυτή η ωφέλεια βέβαια ήταν βραχυπρόθεσμη, σύμφωνα με τον ίδιο τον Blanning, καθώς κατόπιν ισχυρίζεται ότι ήταν αυτοί που πλήγηκαν περισσότερο από την Τρομοκρατία.

[13] Εδώ ο Blanning κάνει έναν ριψοκίνδυνο ακροβατισμό και ισχυρίζεται, βασιζόμενος στα παραπάνω αριθμητικά στοιχεία πως η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε εν μέρει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα.

[14] «Η περίοπτη ανάρτηση της αδελφοσύνης πλάι στην ισότητα και την ελευθερία δεν της εξασφάλισε και ισότιμη αίγλη. Ο αστερισμός της αδελφοσύνης παρακολουθεί άδοξα ως σήμερα, σχεδόν δυόμιση αιώνες μετά τη Γαλλική Επανάσταση, τις πληθωρικές θεωρητικές τροχιές των άλλων δύο». Στέργιος Μήτας Η αλληλεγγύη ως θεμελιώδης αρχή δικαίου (Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 2016), σελ. 15. Για διαφορετικές μαρτυρίες που καταδεικνύουν αντιφάσεις και ανομοιογένειες από τη μεριά των γυναικών που βρέθηκαν κοντά στα γεγονότα της επανάστασης, βλ. Μέριλιν Γιάλομ Ο καιρός των καταιγίδων – η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών. Αριστοκράτισσες, αστές και χωρικές αφηγούνται. (Άγρα, 2009).

 

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 1-10-2017).

frrev1

Κριτική: Νικόλας Καλόγηρος, Σλάλομ.

Slalom_Kalogiros_Nikolas

Νικόλας Καλόγηρος

Σλάλομ

σελ. 133.

Πανοπτικόν, 2016.

 

Πρώτη πεζογραφική εμφάνιση για τον Νικόλα Καλόγηρο, ο οποίος μας παρουσιάζει μια θεότρελη, σουρεάλ, σπονδυλωτή ιστορία, με εκτενείς παρεκβάσεις που καταλήγουν σε μεταμοντέρνες τοιχογραφίες. Παρελαύνουν κυβερνοπάνκ τύποι, μια –περίπου- ληστεία, η δικαστική εξουσία, οι παρυφές της τρομοκρατίας, ένα μουρλό ελληνικό νησάκι στην άκρη του χάρτη. Ύφος σατιρικό, σχεδόν βέβηλο. Ο Νικόλας Καλόγηρος διαθέτει εμφανές αφηγηματικό ταλέντο, όπως και μαστοριά στο χτίσιμο των χαρακτήρων, αρετές σπάνιες για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Είναι γραφιάς διαβασμένος, κάτι που ειδικά στην εποχή μας δεν είναι διόλου αυτονόητο. Θα έλεγα πως σε ορισμένα σημεία υπερβάλλει ενίοτε στον γλωσσοκεντρισμό και άλλοτε στους αφηγηματικούς πλατειασμούς, απομακρύνοντας σε αυτό-υπονομευτικό βαθμό τον αναγνώστη από τη βασική ιστορία – ή, εν τέλει, τις βασικές ιστορίες – κι έτσι οι χαρακτήρες μένουν κι αυτοί σ’ ένα βαθμό μετέωροι. Σε γενικές γραμμές όμως το αφήγημα είναι φρεσκότατο και απολαυστικό. Το μέλλον, θαρρώ, είναι μπροστά του.

 

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 13-8-2017).