Κριτική: Νικόλας Καλόγηρος, Σλάλομ.

Slalom_Kalogiros_Nikolas

Νικόλας Καλόγηρος

Σλάλομ

σελ. 133.

Πανοπτικόν, 2016.

 

Πρώτη πεζογραφική εμφάνιση για τον Νικόλα Καλόγηρο, ο οποίος μας παρουσιάζει μια θεότρελη, σουρεάλ, σπονδυλωτή ιστορία, με εκτενείς παρεκβάσεις που καταλήγουν σε μεταμοντέρνες τοιχογραφίες. Παρελαύνουν κυβερνοπάνκ τύποι, μια –περίπου- ληστεία, η δικαστική εξουσία, οι παρυφές της τρομοκρατίας, ένα μουρλό ελληνικό νησάκι στην άκρη του χάρτη. Ύφος σατιρικό, σχεδόν βέβηλο. Ο Νικόλας Καλόγηρος διαθέτει εμφανές αφηγηματικό ταλέντο, όπως και μαστοριά στο χτίσιμο των χαρακτήρων, αρετές σπάνιες για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Είναι γραφιάς διαβασμένος, κάτι που ειδικά στην εποχή μας δεν είναι διόλου αυτονόητο. Θα έλεγα πως σε ορισμένα σημεία υπερβάλλει ενίοτε στον γλωσσοκεντρισμό και άλλοτε στους αφηγηματικούς πλατειασμούς, απομακρύνοντας σε αυτό-υπονομευτικό βαθμό τον αναγνώστη από τη βασική ιστορία – ή, εν τέλει, τις βασικές ιστορίες – κι έτσι οι χαρακτήρες μένουν κι αυτοί σ’ ένα βαθμό μετέωροι. Σε γενικές γραμμές όμως το αφήγημα είναι φρεσκότατο και απολαυστικό. Το μέλλον, θαρρώ, είναι μπροστά του.

 

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 13-8-2017).

Κριτική: Μαύρο Φυλαχτό του Βαγγέλη Μπέκα.

fylaxto

Μαύρο Φυλαχτό, εκδόσεις Ψυχογιός, 2017.

    Τέταρτο βιβλίο για τον πεζογράφο Βαγγέλη Μπέκα. Μετά από δύο δυστοπίες, ή, μυθιστορήματα κοινωνικής φαντασίας κι ένα πολιτικό-αστυνομικό (Οι αισιόδοξοι, Γαβρηιλίδης, 2014), επανεμφανίζεται μ’ ένα μυθιστόρημα ιστορικό και συνάμα μυστηρίου (μιας και ο όρος αστυνομικό βαίνει προς κατάχρηση). Η ιστορικότητα του Μαύρου Φυλαχτού έγκειται στο ότι διαδραματίζεται στο Σούλι (και δευτερευόντως στην Κέρκυρα –Κορφοί εκείνη την εποχή). Η ιστορία ξεκινά το 1797, ταυτόχρονα με τις πρώτες εχθροπραξίες των Σουλιωτών με τον Αλή Πασά, με μια σκηνή-χαστούκι, όπου ένας Σουλιώτης ράβει μέσα σε σάκο την άπιστη σύζυγό του και τη ρίχνει στον γκρεμό.

    Βασικός ήρωας (για την ακρίβεια: αντί-ήρωας) και αφηγητής ο Μάρκος, ο μόνος από τους Σουλιώτες που έχει λάβει μια στοιχειώδη μόρφωση. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο θα αποσταλεί από το κονκλάβιο των Σουλιωτών οπλαρχηγών, παρά τους καθηλωτικούς του φόβους  που τους κρύβει επιμελώς απ’ όλους, ως κατάσκοπος στην Κέρκυρα. Εκεί θα έρθει σε επαφή με τον δυτικό πολιτισμό και τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης, ενώ θα γνωρίσει και τα πρώτα έντονα ερωτικά σκιρτήματα. Ταυτόχρονα, η αδερφή του βρίσκεται σκοτωμένη και ο σουλιώτικος νόμος της βεντέτας ορθώνεται μπροστά του αμείλικτος: για κάθε γυναίκα που δολοφονείται πρέπει να σκοτωθούν τέσσερις άντρες από τη φατριά του φονιά. H κορύφωση του σασπένς και του ερωτικού δράματος θα έρθει ταυτόχρονα με τη σκληρή πολιορκία και κατάρρευση του Σουλίου από τον Αλή Πασά και τους συμμάχους του.

vagelis_bekas_bio1

  Ιστορία αίματος, αντεκδικήσεων, ηθικών αδιεξόδων και ζητημάτων τιμής, κρατάει τον αναγνώστη σε διαρκή εγρήγορση με τον ρυθμό του. Μυθιστόρημα πολύ καλά ζυγισμένο. Γλώσσα επινοημένη, αντλεί από την εποχή, δεν είναι διόλου κουραστική και μας παρέχει πληροφορίες για την περιόδο. Πετυχημένη συνύπαρξη ιστορικά υπαρκτών προσωπικοτήτων (Τζαβέλας, Μπότσαρης κ.α.) και επινοημένων χαρακτήρων – θα εξαιρούσα την παρουσία του Περραιβού, όχι επειδή δεν είναι εύστοχα σκιαγραφημένος αλλά περισσότερο επειδή η παρουσία του είναι άκρως διευκολυντική για την πλοκή, είναι ο χαρακτήρας-‘‘παράθυρο’’ στον κόσμο του βασικού ήρωα. Αξιοπρόσεκτη περίπτωση, λοιπόν, το Μαύρο φυλαχτό, παράδειγμα μυθοπλασίας που παραμένει συνεπής στα ιστορικά στοιχεία δίχως να υπολείπεται σε επινοητικότητα.

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 9-7-2017).

Facebook-Timeline_MAYRO_FYLAXTO_828x315

Kαλοκαιρινές συζητήσεις για φιλοσοφία, ψυχανάλυση, τέχνη στο Πήλιο: Υπονομεύοντας τις βεβαιότητες.

omilies logo

Οι Ομιλίες στο βουνό σας προσκαλούν, όπως κάθε καλοκαίρι και φέτος για πρώτη φορά με τη συνεργασία των εκδόσεων Πατάκη, σ’ ένα τετραήμερο συζητήσεων για ζητήματα φιλοσοφίας, ψυχανάλυσης, θεωρίας στη Βυζίτσα Πηλίου, στο αίθριο της Χλόης Κολύρη. Φετινός κεντρικός θεματικός άξονας: Υπονομεύοντας τις βεβαιότητες. Υποδεχόμαστε διακεκριμένους πανεπιστημιακούς, ψυχαναλυτές και διανοούμενους σ’ ένα τετραήμερο ριζοσπαστικής σκέψης και αναστοχασμού.

Πέμπτη 24   11 π.μ. Έναρξη-καλωσόρισμα:

Χλόη Κολύρη Νομαδικό υποκείμενο και χαρτογραφίες.

Συντονίζει η Βασιλική Ρούσσου

                      Κατερίνα Αθανασίου: Νομάδες στο χωριό. Εικαστική performance με

την  συνεπιμέλεια των Μαρία Κενανίδου-Πόλυ Βλάχου.

7 μ.μ.  Γιώργος Σπυρούλης – Παναγιώτης Ευαγγελίδης Ζωή στο χείλος        

                                   του θανάτου. Επιθανάτια ιαπωνική ποίηση.

                                  Συντονίζει η Χλόη Κολύρη

 

Παρασκευή 25   11 π.μ.Μάκης  Κακολύρης – Ευτύχης Πυροβολάκης

                                        Ερμηνεύοντας αποδομητικές έννοιες: Ζακ Ντερριντά.

Συντονίζει ο Ιορδάνης Κουμασίδης

 

7 μ.μ. Χαράλαμπος Παπαχαραλάμπους  – Γιάννης Πρελορέντζος

Γραμμές φυγής: Εξηγώντας τον Ντελέζ.

Συντονίζει ο Ιορδάνης Κουμασίδης

 

Σάββατο 26    11 π.μ.  Κώστας Γεμενετζής

Φαινομενολογία του ψυχαναλυτικού πλαισίου.

                                       Συντονίζει η Βασιλική Ρούσσου

 

7 μ.μ.  Στέφανος Ροζάνης

Μετανεωτερική συνθήκη και υποκειμενικότητα.

Συντονίζει ο Ιορδάνης Κουμασίδης

 

Κυριακή  27      10 π.μ. Ιωάννης Παπαδόπουλος

Φως και σκοτάδι, οι αντικειμενότροπες σχέσεις

                                         στην Αγγλική  Ψυχαναλυτική σχολή.

                                        Συντονίζει η Χλόη Κολύρη

 

11.30 π.μ. Στρογγυλή τράπεζα: To ανήκειν.

Δημήτρης Δημητριάδης, Αριστείδης Αντονάς, Γιάννης Σταυρακάκης

Συντονίζει ο Ιορδάνης Κουμασίδης

 

*όλες οι εισηγήσεις διαρκούν 30 λεπτά.  Ακολουθεί συζήτηση με το κοινό.

Η συμμετοχή/παρακολούθηση είναι δωρεάν. Δεν απαιτείται εγγραφή.

Δεν δίδονται βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά παρακολούθησης.

Βυζίτσα Πηλίου, στο αίθριο της Χλόης Κολύρη

Πληροφορίες: https://omiliesstovounosite.wordpress.com/

Επιμέλεια Προγράμματος: Ιορδάνης Κουμασίδης

Οργανωτική επιτροπή: Κατερίνα Αθανασίου

Χλόη Κολύρη

Βασιλική Ρούσσου

Ιορδάνης Κουμασίδης

Tη δεξίωση υποδοχής προσφέρει και επιμελείται το  Ζαχαροπλαστείο Γλυκοστύλλας, Ιάσονος 135, Βόλος.

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ-ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ Μια αισθητική της απομόνωσης. (ή, αλλιώς: Προανάκριση για έναν σκοτωμένο κόσμο)

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε
ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου
η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας,
όχι μια μουσική που λύνεται
μα
πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας
αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν
δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Ars Poetica –  Ο Θάνατος του Μύρωνα, 1960

ασλανογλου

   Ήταν 6 Αυγούστου του 1996 –κανείς δε θα μάθει ποτέ την ακριβή ώρα του ‘‘θανάτου’’ κάποιου που εξύμνησε τον θάνατο όσο λίγοι… Τρεις μέρες μετά, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ένας από τους πιο αδικημένους ποιητές της ελληνικής γλώσσας βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του, σε ‘‘αρχόμενη αποσύνθεση’’ [2]. Αδικημένος όχι επειδή πέθανε μόνος και ξεχασμένος. Κυρίως επειδή σχεδόν ποτέ δεν συγκαταλέγεται στους ‘‘κορυφαίους’’, σε αυτό το ιδιόρρυθμο νήμα, σε αυτήν την τεχνικοποιημένη ιεραρχία ή στο index που διατηρεί ο καθένας στο νου του. Εκτιμώ πως αυτό συμβαίνει με έναν παράδοξο τρόπο σχεδόν κατ’ επιλογήν του. Αυτή ακριβώς η στάση του επιτείνει την έξη μου να τον κατατάσσω στους τέσσερις-πέντε μεγαλύτερους που συνέθεσαν ποτέ (τουλάχιστον από αυτούς που έχω ‘‘συναντήσει’’). Ο Ασλάνογλου υπήρξε σαφέστατα και με όλους τους τρόπους αποστασιοποιημένος, ολιγαρκής, σχεδόν λαθρόβιος. Υπήρξε κάποιος που πέρασε από τον Ντοστογιέφσκι, την αστική τάξη, τη γαλλική κουλτούρα, τα πανεπιστήμια και τελικά επέλεξε αυστηρά τη μοναχική τέχνη του λόγου. Η αποστασιοποίηση του –ποιητικά [3]  αλλά και ως στάση ζωής- δίνει την εντύπωση μιας μεγαλειώδους ιδιοσυγκρασίας και αξιοπρέπειας.

   Ισχυρίζομαι ότι το ποιητικό σύμπαν του Ασλάνογλου συγκροτεί μια αισθητική της απομόνωσης. Πέραν της αποδεδειγμένης απομόνωσης ως επιλογή ζωής του εν λόγω ποιητή-  θα επιχειρήσουμε μια διερεύνηση ορισμένων διακείμενων αυτού του ισχυρισμού που φλερτάρουν με μια φιλοσοφική θεώρηση.

   Το κυρίαρχο στην ποίηση του Ασλάνογλου είναι η εικόνα. Η εικόνα ασφαλώς ως παράσταση αποτελεί μορφή γνώσης. Ο ίδιος την ονομάζει τοπολατρία και τα ποιήματα του ποιήματα απουσίας, ενώ κάποια στιγμή επικαλείται και την απουσία του ερωτικού! Το αντικείμενο του έρωτος στον Ασλάνογλου παραμένει νεφελώδες, υπαινικτικό, ανεκπλήρωτο. Όταν το ανεκπλήρωτο παραμένει στην κατάσταση της επιθυμίας είναι βασανιστικό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο ποιητής ανασυστήνει το ερωτικό μέσα από το φαντασιακό της απομόνωσης. Ο ίδιος σφύζει ενδεχομένως από την ανεκπλήρωτη ερωτική επιθυμία αλλά έχει συμβιβαστεί με την απουσία του και τον συνεπαγόμενο πόνο[4]. Το θαυμαστό στην περίπτωση αυτού του μυστηριώδους Θεσσαλονικιού είναι πως κατορθώνει σε πολλές περιπτώσεις να εικονοποιεί ή ακόμα και να τοπολατρεί, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του έκφραση, το συναίσθημα αβίαστα μέσω των λέξεων. Με τον ίδιο τρόπο που αναδεικνύει τον έρωτα και το πάθος ενώ ισχυρίζεται την απουσία τους. Άλλωστε και ο ίδιος αποτέλεσε κατά έναν τρόπο μια απουσία, μια προσπάθεια να εικονοποιηθεί αυτή η απουσία μέσα από τον Άλλο. Η εικόνα, λοιπόν, περίπου ως ερωτική έξη [5]. Ομολογώ πως πολλές φορές έχω αισθανθεί πως είδα μέσα από τα μάτια του την Περαία, την Επανομή ή το αεροδρόμιο Μίκρας…

    Απόγνωση, μνήμη, πάθος, υπαινιγμός, στέρηση, ματαιότητα, αμετάδοτο, περιπλάνηση, προσμονή, θάνατος. Λέξεις-κλειδιά για πόρτες μονίμως σκουριασμένες. Οι στιγμές του Ασλάνογλου είναι ανεπανάληπτες. Διατηρώ την εντύπωση ότι το βιωματικό της γραφής του υπερέχει ενός ενδιαφέροντος για τον καθεαυτό βίο του, τις πραγματολογικές λεπτομέρειες και πληροφορίες. Αυτό το άχρονο της εκφραστικότητας του ορίζει τελικά την τέχνη του ως ιδιαίτερη και ελκυστική. Το κρυπτικό και ομιχλώδες της γραφής. Η ασφυξία και το εφήμερο.

   Ο Ασλάνογλου έχει αντιληφθεί ότι ο πόνος είναι συστατικό στοιχείο της ζωής. Διαπίστωση που ο ίδιος αναγνωρίζει σε έναν άλλο ποιητή από τον οποίο σαφώς επηρεάστηκε, τον Γιώργο Θέμελη [6]. Είναι ίσως το μοναδικό σημείο όπου ο ποιητής προχωρά σε μια –ασυνείδητη- γενίκευση- ενώ το ίδιον του είναι η αφαίρεση. Η αφαιρετικότητα του φτάνει σε τέτοιο σημείο ώστε ο ίδιος να θεωρεί την ποίηση του συχνά αυτιστική, υπό την έννοια του μπερδέματος του πρώτου προσώπου με το δεύτερο [7]. Εδώ θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε μια εκτενή αναφορά διαφόρων ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων, θα προτιμήσουμε όμως την επισήμανση μιας παραλληλίας με την οξυδερκή παρατήρηση των Ντελέζ-Γκουαταρί στο Τι είναι Φιλοσοφία [8]. Απέναντι στο ερώτημα σε τι ακριβώς έγκειται η θέση του άλλου, η εναρκτήρια θέση των δύο φιλοσόφων αναφέρει πως ο άλλος δεν είναι κανένας, ούτε υποκείμενο, ούτε αντικείμενο. Ο Ασλάνογλου κείται και συνάμα υπερίπταται των ποιημάτων του με αυτόν ακριβώς τον τρόπο: Σαν να ο ίδιος να μην είναι ούτε το υποκείμενο ούτε το αντικείμενό τους –παρά μόνο μια βασανιστική εμπλοκή μεταξύ των δύο. Από την άποψη αυτή, συγκροτείται μια μη συνεκτική αλυσίδα: ο κόσμος, στον οποίο ο ίδιος εγκαταβιεί όντας πλήρως αποξενωμένος από αυτόν, οι εικόνες και η αυθόρμητη προσπάθεια του ίδιου να τις περιγράψει. Ουσιαστικά συναντά μια διάθλαση των εικόνων καταλήγοντας σε έναν θρήνο τους. Μια διαδικασία σισύφεια, αλλά με τόσο γοητευτικά αποτελέσματα. Η απάντησή του σε αυτόν τον δύσκολο κόσμο είναι η εκλέπτυνση και ο, καλώς εννοούμενος, ελιτισμός.

image_6

   Σε τεχνικό επίπεδο, η μη επιτηδευμένη άνεση με την οποία κινείται μεταξύ συμβολισμού και ρεαλισμού είναι εντυπωσιακή. Η αφήγηση του δεν είναι γραμμική, αλλά, όπως προαναφέραμε, σαφώς αφαιρετική κι ενίοτε κινείται στα όρια της εκμηδενιστικής –λέξη που χρησιμοποιεί συχνά κι ο ίδιος. Σπανίως συναντάμε μια τέτοια συνάρτηση λιτότητας της γραφής και πυκνότητας στα νοήματα και στις εικόνες. Η νοσταλγία και η μνήμη περιπλέκονται: η νοσταλγία δεν είναι απαραίτητα θετικά φορτισμένη και η μνήμη αρνητική. Η μνήμη είναι πάνω απ’ όλα εύθραυστη και ποιητική – ποιητική εδώ με την τυπική σημασία της λέξης, αναδομητική.

Στην ποίηση του είναι σχεδόν πάντα φθινόπωρο: ακόμα και στις ενότητες Ποιήματα για ένα καλοκαίρι και Ποιήματα της τελευταίας Άνοιξης [9]. Δεν πρόκειται προφανώς για άσκηση ύφους, αλλά για μια ασυνείδητη διεργασία αυτογνωσίας του ίδιου του Ασλάνογλου. Η λυρικότητα είναι φύση του: η ποιητική του παραγωγή είναι μια σειρά συνεχόμενων πυροβολισμών υπαρξιακού περιεχομένου. Οι δρόμοι είναι μοναχικοί, μουσκεμένοι και αδιέξοδοι, τα σπίτια βουβά και σκονισμένα. Το αστικό τοπίο είναι εκφυλισμένο και βαρετό, και όμως παρ’ όλα αυτά γίνεται η αφορμή για μια ποίηση σαγηνευτική [10].

   Η φόρτιση των λέξεων στον Ασλάνογλου συμβιώνει με τις εικόνες, όπως ακριβώς συμβιώνει η φθορά με το ερωτικό. Αυτή είναι ακριβώς κατ’ εμέ και η αιτία των –λεγόμενων- συνεχών διορθώσεων και αντιμεταθέσεων που επέφερε στα ποιήματα του ως την τελική τους μορφή: μια μάχη, μια ρευστότητα και μια συνεχής διερώτηση. Σε αυτή τη διαδικασία, κάθε απώλεια είναι ένα βήμα πιο κοντά στην απομόνωση… Μια ελάσσονα εξιλέωση συνιστά το υγρό στοιχείο: οι συχνές – σχεδόν ανεπαίσθητες- αναφορές στη θάλασσα και στα πάρεργά της εμφανίζονται σαν το θετικό Άλλο. Ενδεχομένως να αποτελεί το μόνο μη θνησιγενές στοιχείο στην ποίηση του.

  Ο αρνητισμός και η απομόνωση αποτελούν τους συμμάχους του σε πολλές περιπτώσεις, σε ρόλο παρεμφερή με την πίκρα, το αντίξοο και την απελπισία. Θα τη χαρακτήριζα συνολικά ως μια κατάσταση αδιέξοδης προσμονής. Η συρρίκνωση αυτής της προσμονής είναι το αντίστροφο μιας φυγής που δεν συντελείται ποτέ. Ο αναχωρητισμός του, μια έκπτωση: την ίδια μοίρα – της έκπτωσης, της εξαφάνισης, του θανάτου ή του φανταστικού ακολουθούν και τα περισσότερα πρόσωπα, υπαρκτά ή μη, που εμφανίζονται στα ποιήματά του.

Νίκος-Αλέξης-Ασλάνογλου

   ‘‘Ευτυχώς απέτυχα’’. Στο βίντεο που υπάρχει ανηρτημένο στο διαδίκτυο (http://www.nnet.gr/aslanoglou/aslanoglouindex.htm?aslanoglouPages/aslanogloumain.htm) ο Ασλάνογλου αναφέρει: «Βλέποντας έναν ετερόκλιτο κόσμο, θα τον ήθελες τελείως ομοιόμορφο. Μόνο εσύ αισθάνεσαι αλλιώτικος, μοναδικός. Διακρίνεσαι, διαπρέπεις, θριαμβεύεις – μόνος σου…». Η απομόνωση είναι επιλογή. Το ομολογεί κι ο ίδιος: «Οι ποιητές παντού είναι ανεπιθύμητοι γιατί είναι ριζοσπάστες, αρνητές, υπενθυμίζουν την πλήξη που φέρουν όλοι όσοι έχουν αφεθεί στην καθημερινότητα…[11]»

  Ο Ασλάνογλου επιτυγχάνει τις μεταβάσεις από το σολιψισμό στο μεγαλείο του καθολικού με έναν τρόπο συναρπαστικό. Το ποίημα που παρέθεσα στην αρχή είναι χαρακτηριστικό δείγμα πολιτικών συνδηλώσεων [12] μέσω μιας αισθητικής της δημιουργίας –αλλά και της απομόνωσης εφόσον πάντα εκκινεί από αυτήν. Η σύγκρουση εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου (του όλου με τη μονάδα θα το σχηματοποιούσα φιλοσοφικά) είναι κατά τον ίδιο η γενεσιουργός αιτία της ποίησης, με μέσο τον ιδιαίτερο ψυχισμό του υποκειμένου – εν προκειμένω του ποιητή. Ο Δύσκολος Θάνατος αποτελεί μια εξαιρετική αμφί-μετωνυμία: Κατορθώνει μέσω ενός εκφραστικού σχήματος να αναδείξει τη ‘‘δυσκολία’’ του θανάτου και της ζωής ως σφιχτά εναγκαλισμένων καταστάσεων. Οι περιδιαβάσεις του στον κόσμο, από τα εγγύτερα της Θεσσαλονίκης μέχρι τις αρχαίες συριακές πόλεις δεν είναι παρά απατηλές έξοδοι και στο βάθος επιβεβαιώσεις της μοναξιάς του. Ο Ασλάνογλου  μέσω της ιδιαίτερης απομόνωσης του, καταλήγει στη συγκρότησή μιας αισθητικής της απομόνωσης, μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας εικονοποιήσεων της. Πρόκειται για τη συγκρότηση μιας αισθητικής της απομόνωσης –αρκετά κοντά στις νιτσεϊκές ιδέες- καθώς ο ίδιος έχει ήδη βιώσει τη συντριβή του ερωτικού [13], ίσως και του ανθρωπολογικού. Μοιάζει να προσπαθεί να συλλάβει τις παρηχήσεις του αφανισμού του. Η υποτονικοτητά του κλυδωνίζει τις βεβαιότητες, τις κοινοτυπίες. Αυτή η αισθητική της απομόνωσης συγκεφαλαιώνει την αμηχανία του απέναντι στον κόσμο, τα συμβάντα, τις εικόνες. Η γραφή και τα κίνητρά του  εξακολουθούν να εγείρουν ένα παλιό ερώτημα: υπήρξαν πολλοί ποιητές, φιλόσοφοι ή εικαστικοί που δεν φανερώθηκαν ποτέ; Και αν, πόσοι, σε ποιες εποχές και κυρίως τι είχαν να μας πουν;

   Ο Ασλάνογλου, όπως κι ο Αναγνωστάκης, ήταν από τους λίγους ποιητές της Θεσσαλονίκης που τελικά την εγκατέλειψαν [14]. Αυτή η πόλη σε διώχνει ακριβώς επειδή ξέρει πως πάντα θα επιστρέφεις… Η οριστική, συγκεντρωτική του έκδοση – Ο Δύσκολος Θάνατος (Νεφέλη, 2007),  περιλαμβάνει τις επτά ποιητικές του ενότητες (λείπουν μόνο 23 ποιήματα από τις πρώτες εκδόσεις) και αποτελεί κάτι παραπάνω από έναν ακόμη τόμο στη βιβλιοθήκη μας. Είναι μια εμπράγματη υπόμνηση όλων αυτών που ήθελε να μας πει… Ο Γιώργος Βαϊκάλης έχει αντιληφθεί πλήρως το πνεύμα του: «Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου έφυγε όπως έζησε, μες την απομόνωση και τη μοναξιά. Τον βρήκαν νεκρό στο κρεβάτι του, σε κατάσταση αποσύνθεσης: ο θάνατός του ήταν -δίχως άλλο- υπόθεση του ενός»…

Υστεροφημία

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα
τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια
μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα
διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος,
καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή
θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια κι είπες πάλι
ίσως
ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

 

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Βακχικόν, τ. 12, Δεκέμβριος 2010

ASLANOGLOU 4 AUTOB==

[1]      Προανάκριση για έναν σκοτωμένο κόσμο: χαρακτηρισμός που απέδωσε η Άντεια Φραντζή στο έργο του ποιητή και ο ίδιος τον αποδέχτηκε ως τον ωραιότερο που έγινε ποτέ.

[2]       Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός της Καθημερινής θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαίσιο σχόλιο και για το έργο του.

[3]        «Η ποίηση αυτή πρέπει […] σιγά σιγά να αποστασιοποιείται και να παγώνει σ’ ένα σοφά λεπτουργημένο σώμα αισθητικά, υποτίθεται, τέλειο κι όμως ζωντανό, που ν’ αντιστέκεται στην ίδια την εξαέρωσή του», ο ίδιος στο Μ. Περάνθη ςΑνθολογία της Νεοελληνικής Ποιήσεως, χ.χ. τ. 6, σελ. 173), πηγή Δη. Τσάκωνα Η Σχολή Θεσσαλονίκης (Liquid Letter, 1990).

[4]        Από μια ψυχαναλυτική σκοπιά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως και αυτό συνιστά μια επιλογή, κατ’ ουσίαν μια άλλη μορφή ηδονής. Εν προκειμένω, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη οδύνη των αισθήσεων που αποτελεί την προεικόνιση του θανάτου. Σε αυτή την περίπτωση οι αισθήσεις δύνανται πολύ εύκολα να θεωρηθούν παραισθήσεις.

[5]      «Υπάρχουν διαφορετικές διαβαθμίσεις του έρωτα: από το πάθος που οδηγεί στον παραλογισμό ως τον απόλυτα φιλήσυχο έρωτα – είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Για αυτό, ας μη μιλάμε ψυχρά, σαν να είμαστε Καρτέσιοι». Στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, περ. Τέταρτο, τ. 4.

[6]       «Στον κόσμο του Θέμελη, το αίσθημα του πόνου είναι μέσα στα πράγματα», Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη, (Διαγώνιος, 1959), σελ. 8.

[7]        Η έκφραση ‘‘Γιατί ΕΓΩ είναι ένας άλλος’’ επαναλαμβάνεται από τον Ασλάνογλου στον πρόλογο της πρώτης του έκδοσης της μετάφρασης στα ποιήματα του Ρεμπώ (Πανδώρα, 1971).

[8]       Καλέντης, 2004, σελ. 24.

[9]       Χαρακτηριστικό δείγμα: «πάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη» (στο Επικίνδυνη ηλικία). Ο ίδιος σε συνέντευξή του αναφέρει: «όταν έχω μακριά καλοκαίρια, σκέφτομαι το τέλος τους που είναι και το πιο σπαρακτικό. Το καλοκαίρι είναι μια εποχή διαψεύσεων […] Ύμνησα το Φθινόπωρο μέσα από το σπαραγμό των πάντων», Περ. Τέταρτο, ο.π. , σελ. 77.

[10]       Ο ίδιος ο ποιητής, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη στο Γιώργο Χρονά το 1981 αναφέρει: «[…] Στο Δύσκολο Θάνατο είναι το αρνητικό τοπίο μιας νεκρούπολης όπου υπάρχει μόνο η ομορφιά και τίποτα άλλο σαν  επιβίωση ενός κόσμου ανάπηρου και παραμορφωμένου, ενώ στις Ωδές στον Πρίγκηπα δεν υπάρχει πια αυτή η ερήμωση. Υπάρχει μια ερήμωση αλλά άλλης φύσεως». Ισχυρίζομαι πως πρόκειται για την ίδια υπαρξιακή διερώτηση, παρά τον ισχυρισμό περί του αντιθέτου από τον ίδιο.

[11]       Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν – η τελευταία συνέντευξη, Βήμα της Κυριακής, 13-10-1996.

[12]       Συνδηλώσεις που, έστω με αρνητικό, τρόπο επιβεβαιώνει και ο ίδιος εμμέσως, βλ. συνέντευξη στο Τέταρτο, ο.π.

[13]        Ο Γιώργος Μπαλούρδος στο εξαιρετικό του κείμενο »Το Μαρτύριο της Απουσίας και η μαρτυρία του Λόγου» (Οδός Πανός, ν. 90-92, 1997) αναφέρει πως «Ενώ ο Χριστιανόπουλος καταγράφει τα ερωτικά πάθη, ο Ασλάνογλου την αίσθηση του έρωτα. Ο ένας το μαρτύριο του κορμιού, ο άλλος την απουσία του» (σελ. 87). Το εκπληκτικό είναι πως παρά το ορθόν αυτής της προσέγγισης, είναι αδύνατον να προσάψει κανείς στον Ασλάνογλου μεταφυσικές διακείμενες.

[14]      Μια άλλη ιδιαιτερότητά του σε σχέση με τη φερώνυμη λογοτεχνική σχολή της Θεσσαλονίκης στην οποία ανήκει είναι πως δε μπορεί αν ενταχθεί ούτε στη λεγόμενη ‘‘πολιτική’’ ποίηση (Αναγνωστάκης), ή σε αυτή με τις θρησκευτικές ανησυχίες (Πεντζίκης και εν μέρει Ιωάννου) αλλά ούτε στην αμιγώς ερωτική ως άμεση έκφραση πάθους (Χριστιανόπουλος).

ASLANOGLOU

Κριτική: Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ‘‘Το πέρασμα’’.

Δημοσιεύτηκε στο Φρέαρ   Το πέρασμα

http://frear.gr/?p=17938

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

Το πέρασμα

(Μεταίχμιο, 2016)

Η λογοτεχνία μοιάζει συχνά καταδικασμένη ν’ αναμετράται διαρκώς με την επικαιρότητα: αυτή η διαμάχη και τούτος ο παράδοξος ετεροκαθορισμός ξεκινούν από την ίδια της τη φύση – μιλώ για τη θέση του θεμελιακού ερωτήματος ‘‘έχουμε να κάνουμε με μια δραστηριότητα, μια μορφή τέχνης, που οφείλει να εντάσσεται στην εποχή της ή, έστω, να την αναπαριστά’’;  -και φτάνει ως τους διακηρυγμένους ή μη σκοπούς της – το ερώτημα ‘‘αξίζει κανείς να χρησιμοποιεί το ωφελιμιστικό, κατά ένα τρόπο, κριτήριο της επικαιρότητας;’’. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια παραλλαγή του κομβικού ερωτήματος που συναντούμε στη φιλοσοφία της τέχνης και αναφέρεται στην επικαιρότητα του ίδιου του συμβάντος της, ή, ειδικότερα για τη χρονικότητα, τον χρονισμό που επιλέγει κάθε φορά το καλλιτεχνικό υποκείμενο, εν προκειμένω ο συγγραφέας.

Στα της εγχώριας πεζογραφικής παραγωγής, την τελευταία πενταετία έχουμε εμφανώς κατακλυστεί από μυθιστορήματα που ‘‘μιλούν για την κρίση’’ˑ Εξακολουθεί ασφαλώς να κυκλοφορεί κι ένας σεβαστός αριθμός μυθιστορημάτων που αφορούν τα δύο τρία κομβικότερα συμβάντα του ελληνικού 20ου αιώνα – μικρασιατική καταστροφή, κατοχή, εμφύλιος- ασφαλώς τίθεται κι εκεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα σχετικά με την επίδραση των ιστορικοπολιτικών γεγονότων στη λογοτεχνική παραγωγή. Ορισμένα από τα μυθιστορήματα της κρίσης, λοιπόν, –ή, ορθότερα, που γράφονται στην εποχή της κρίσης και διαδραματίζονται κατά τη διάρκειά της- προσπαθούν να τη διερμηνεύσουν, ενώ άλλα να τη χρησιμοποιήσουν ως συστατικό στοιχείο της πλοκής τους. Για άλλη μια φορά νομίζω πως επιβεβαιώνεται ότι η ποσότητα δεν καθορίζει την ποιότητα: έχουμε διαβάσει ορισμένα εξαιρετικά λογοτεχνήματα αλλά και ένα σωρό επιδερμικές προσπάθειες που είναι μάλλον στραμμένες σε μια έντονα επιθυμητή εμπορική επιτυχία και ασφαλώς στην εντυπωσιοθηρία.

Εάν μέχρι το 2016, λοιπόν, ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής αφορούσε την κρίση, εικάζω πως στο τρέχον 2017 και το 2018 θα έχουμε δραματική αύξηση της θεματολογίας της μετανάστευσης. Έως τώρα, η σύνηθης οπτική/θεματική της ελληνόφωνης πεζογραφίας αφορούσε την εργατική μετανάστευση των Ελλήνων προς τον δυτικό κόσμο, κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο – και σε μικρότερο εκείνη των αρχών του 20ου αιώνα, κυρίως προς τις Η.Π.Α. στη δεύτερη περίπτωση. Απομένει, ίσως, η λογοτεχνοποίηση της τάσης πολλών νέων της εποχής μας για μετανάστευση προς τη Δύση που συγκροτεί μια νέα γενιά, μορφωμένων πλέον, μεταναστών.

 

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, μία, τολμώ να πω, από τις σημαντικότερες πεζογραφικές φωνές της χώρας μας, συνηθίζει να προδικάζει ακούσια τα γεγονότα, καθώς είχε κυκλοφορήσει ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα που έχουν ως σκηνικό την Αθήνα της κρίσης, με τίτλο Η πόλη και η σιωπή,(Καστανιώτης, 2014) και κυκλοφορεί ένα μυθιστόρημα, τώρα, για το μεταναστευτικό, μυθιστόρημα που είναι εμφανές πως άρχισε να γράφεται πριν τη δραματική αύξηση των προσφυγικών ροών λόγω του πολέμου της Συρίας.

Ο Τζαμιώτης διανύει μια περίοδο κατά την οποία έχει ξεπεράσει τα περισσότερο γλωσσοκεντρικά του πεζογραφήματα (ξεχωρίζω την Συνάντηση και την Εφεύρεση της σκιάς) και περνά σταθερά πια στο λεγόμενο ‘‘μεγάλο μυθιστόρημα’’, αρχικά με το εξαιρετικότατο Η πόλη και η σιωπή στο οποίο μόλις αν αφερθήκαμε και πρόσφατα με το Πέρασμα.

Το Πέρασμα διαδραματίζεται σ’ ένα μικρό ελληνικό νησί, απέναντι από τα τουρκικά παράλια, όπου ξεβράζεται χειμώνα καιρό ένα καράβι γεμάτο ανθρώπους μες στην εξαθλίωση. Όσες από τις τριακόσιες ψυχές κατορθώσουν να επιζήσουν μεταφέρονται στο γυμναστήριο του χωριού. Ο συνεχιζόμενος κακός καιρός και οι ολιγωρίες του κρατικού μηχανισμού θέτουν σε δοκιμασία τις αντοχές των καραβοτσακισμένων αλλά και των γηγενών κατοίκων όπως και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη είναι εξαιρετικό διότι δεν είναι μονοσήμαντο: δεν μας παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη μορφή των αλληλέγγυων ελλήνων νησιωτών, ούτε εκείνη των απρόθυμων, αγανακτισμένων, σχεδόν ρατσιστών ντόπιων. Στο μικρό νησί όπου ξεβγάζονται οι καραβιές με τους πρόσφυγες συνυπάρχουν όλοι οι χαρακτήρες και οι συγκρουόμενες απόψεις – ενίοτε οι συγκρουόμενες απόψεις συνυπάρχουν στον ίδιο χαρακτήρα. Ομοίως και στην πλευρά των πρόσφυγων/μεταναστών. Στις τάξεις τους υπάρχουν πλείστοι χαρακτήρες, πλείστα κίνητρα: εκείνο που καθιστά την αφήγηση συναρπαστική είναι το πώς συναρθρώνονται οι μεμονωμένες ιστορίες σε μια συμπεριφορά πλήθους, συμπεριφορά μάλιστα που εντείνεται από την οριακή κατάσταση στην οποία περιέρχεται καθένας όταν παλεύει για τη ζωή του.

Η αφήγηση του Τζαμιώτη –μοιρασμένη σε πολλά στόματα, πολυφωνική και συνάμα ψηφιδωτή- είναι προς την κατεύθυνση της εικονοποιίας, ωφέλημα ενδεχομένως της δικής του σπουδής στον κινηματογράφο. Πράγματι, έχουμε την τάση να εξοικειωνόμαστε πιο εύκολα με τις εικόνες: Οι απώλειες είναι αριθμοί, κι ας είναι αριθμοί που καταμετρώνται μπρος στην πόρτα μας.

Στην παροντική αφήγηση του Τζαμιώτη δεν τίθεται τόσο το διαπολιτισμικό στοιχείο, αλλά το βιωτικό – ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Παρεμφερώς, δεν μπορούμε να πούμε πως τίθεται ή διακυβεύεται η ετερότηταˑ έχουμε να κάνουμε με ένα πέρασμα, με μια μετάβαση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και σε αυτό το πέρασμα εκείνο που έρχεται δραματικά στο προσκήνιο πριν απ’ όλα είναι οι αντοχές και τα όρια της καλοσύνης και της αλληλεγγύης.

Το προσφυγικό ζήτημα εμφανίζεται σε καλλιτεχνικό επίπεδο ως επίδικο σφετερισμού – από τη μια του διδακτισμού και από την άλλη ως ενεργοποιός κατάσταση του μίσους. Το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη λαμβάνει θέση ενάντια στο μίσος δίχως όμως να συντάσσεται με τον διδακτισμό.

Εάν η περίοδος της ευημερίας έδωσε την ευκαιρία στις καλλιτεχνικές εκφράσεις να ξεπεράσουν ευκολότερα τον ρεαλισμό, τούτο το ξεπέρασμα αποδείχτηκε μη οριστικό: ο ρεαλισμός –ως μορφή και συνάμα ως αίτημα- μάς ξαναχτυπά την πόρτα λόγω συγκλονιστικών, επικαιρικών γεγονότων. Στα υπό κρίση (εδώ η κρίση μπορεί να εννοηθεί τριπλώς υπό έναν παράδοξο, παιγνιώδη τρόπο) μυθιστορήματα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου τη δυσκολία να γράψει κανείς μέσα στη δίνη των γεγονότων. Ο Τζαμιώτης το επιτυγχάνει σε επίπεδο αφήγησης, πλοκής, χαρακτηρολογίας.

Εάν πρόκειται να διαβάσετε ένα μυθιστόρημα που αφορά το προσφυγικό, μία από τις ευστοχότερες επιλογές είναι αδιαμφισβήτητα το Πέρασμα.

tzamiotis_maga-gr_cover

 

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

Μετά-αλήθεια και άλλα εκούσια αμαρτήματα. Άρθρο γνώμης στο cnn.gr

 

truth-300x200

Δημοσιεύτηκε στο cnn.gr, 4/4/2017 http://www.cnn.gr/focus/apopseis/story/74888/meta-alitheia-kai-alla-ekoysia-amartimata

Αδιαμφισβήτητα η συζήτηση περί μετα-αλήθειας – post truth, λέξη της χρονιάς 2016 σύμφωνα με το λεξικό της Οξφόρδης- είναι μια από τις κυρίαρχες πολιτικές συζητήσεις της εποχής μας, τουλάχιστον σε επίπεδο διερεύνησης της πολιτικών μεθόδων. Ταυτόχρονα, συγγενεύει στενά με δύο συζητήσεις που κυριάρχησαν τις προηγούμενες δεκαετίες, περισσότερο βέβαια σε ακαδημαϊκό επίπεδο, εκείνης περί μετα-δημοκρατίας (επί της ουσίας, περί μετα-πολιτικής) όπως αυτή συνοψίστηκε από τον Κόλιν Κράουτς και η οποία εγγράφεται κατά βάση στο πεδίο της πολιτικής επιστήμης και εκείνης περί μεταμοντέρνου και μετανεωτερικότητας που βρήκε εφαρμογή σε όλα τα πεδία των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (για τις αποκαλούμενες και θετικές το θέμα σηκώνει πολύ συζήτηση).

Μετά-αλήθεια, λοιπόν, ως όρος που περιγράφει την αμφισβήτηση της αντικειμενικής ύπαρξης των γεγονότων, μια εκούσια παραφθορά της τρέχουσας σημασίας της αλήθειας. Εκκινώντας από μια παρερμηνεία της νιτσεϊκής ερμηνευτικής περί ερμηνειών στον αντίποδα των γεγονότων καθ’ εαυτών και υπερβαίνοντας την Τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας του Τζόναθαν Σουίφτ (όπου, τουλάχιστον προγραμματικά, προβάλλεται η ευεργετικότητα των ψευδών), η υπόθεση ‘‘μετά-αλήθεια’’ κρίνεται κατά την άποψή μου ως κατ’ εξοχήν παραδειγματική της κακής χρήσης, της ιδιοτελούς ιδιοποίησης φιλοσοφικών διαβημάτων από μεριάς της πολιτικής, ένα βήμα επιπλέον από την κλασική σημασιολογία της προπαγάνδας.

Η μετά-αλήθεια είναι όρος στενά συνδεδεμένος με τα ‘‘Alternative facts’’, τα εναλλακτικά γεγονότα. Η ιδέα αυτή έχει ένα παρελθόν: ο Daniel Boorstin, παρότι  θεωρούμενος συντηρητικός ιστορικός και στοχαστής, αναδεικνύει ήδη από το 1962 τη σημασία των ψευδο-συμβάντων (pseudo-events)[1] στην –κατ’ εξοχήν εικονοκλαστική- αμερικανική πολιτική σκηνή και κοινωνική ζωή.  Ήδη η διαδικασία που περιγράφεται από τότε αφορά τη μετάβαση των μ.μ.ε. από τον ρόλο του ‘‘συγκεντρωτή’’ ειδήσεων και συμβάντων σε εκείνο του παραγωγού τους. Το 2012, ο Rex Huppke παρουσίασε στην εφημερίδα Chicago Tribune έναν επικήδειο για τα γεγονότα, τα οποία υποχωρούν προς χάριν των φημών, των υπαινιγμών και των απόψεων που επικαλούνται το συναίσθημα[2]. Πολιτικό think tank μέτρησε τον Αύγουστο του 2016 – δηλαδή πριν την τελική ευθεία των αμερικανικών προεδρικών εκλογών- πως το 70% των γεγονότων που επικαλείτο ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν ψευδή[3], ενώ μόλις ένα μήνα πριν η προεδρική σύμβουλος Κέλλυ Αν Κόνγουεϊ προσπάθησε ν’ αναδιπλωθεί από την περίφημη φράση περί εναλλακτικών γεγονότων[4]. Στο ίδιο κλίμα και η ιστορικός ιδεών Mary Poovey, που διαπιστώνει μια τάση ισοδυναμίας γεγονότων και απόψεων. Η άποψη, η γνώμη καθίσταται αλήθεια. Η Poove στο σημαντικό της έργο ‘’Ιστορία των Μοντέρνων/Μοντερνικών Γεγονότων’’[5] διερευνά το ζήτημα της αληθινότητας των γεγονότων ως γνωσιολογικό και κοινωνιολογικό επίδικο.

facts

Η μετα-αλήθεια, λοιπόν, είναι συναφής με τον έκκεντρο, περιφερειακά συνδεδεμένο και εξωραϊσμένο κόσμο των κοινωνικών δικτύων που μοιάζει ταυτόχρονα ακραία ναρκισσιστικός και όπου επιπλέουν η ανειλικρίνεια και η  (αυτό-)εξαπάτηση[6]. Ενδεχομένως ν’ αποτελεί και σύμπτωμά του. Τούτη η κυκλική, διαδικτυακή εμπειρία διασποράς ήταν προφανώς θέμα χρόνου να εφαρμοστεί και στο επίπεδο της θεσμικής πολιτικής.

Εάν σκεφτούμε λίγο περισσότερο τη φιλοσοφικίζουσα και κοινωνική διάσταση της μετά-αλήθειας, θα επισημαίναμε τα εξής:

  1. Μπορούμε να πούμε πως η μετά-αλήθεια δεν εγκαινιάζει έναν σκεπτικισμό ούτε υποστηρίζει την ύπαρξη ενός μεταβατικού χαρακτήρα, όπως συνήθως εννοείται με τη χρήση του προθέματος μετά- στις επιστημολογικές εννοιολογήσεις, παρά υπερασπίζεται μια συνειδητή στρέβλωση, ή και απόκρυψη, των γεγονότων. Ούτε, ασφαλώς, σχετίζεται με την αισθητικού τύπου χρήση του ψεύδους ή της άρνησης της καθιερωμένης λογικής που επισημαίνουμε ως συστατικό στοιχείο της τέχνης.
  2. Η καθιέρωση μια τρίτης τάξης, ενός σχεδόν οντολογικού status, μεταξύ ψεύδους και αλήθειας, που περιγράφει εκείνο που ομοιάζει με την αλήθεια δίχως να έχει την υποχρέωση να είναι αλήθεια. Η αλήθεια ως α-λήθη όπως την περιγράφει ο Μάρτιν Χάιντεγκερ εδώ μάλλον τείνει να γίνει επιθυμητή λήθη, ενδεχομένως και υπερ-λήθη.
  3. Συναίσθημα, πίστη, προσωπικές πεποιθήσεις θριαμβεύουν έναντι, των εργαλείων κριτικού ελέγχου: τούτη η συνειδητή άρνηση των αποδείξεων μας οδηγεί πέραν του σχετικισμού, στα όρια του μηδενισμού.
  4. H πρόσληψη της μετα-αλήθειας και των εναλλακτικών γεγονότων υποδύεται τον φίλο της προόδου: ισχυρίζεται ότι εναντιώνεται στις παραδοσιακές γνωσιακές ελίτ (επιστήμη, μ.μ.ε., εμπειρογνώμονες). Στην πραγματικότητα γίνεται το όχημα για τη διάδοση και την κατίσχυση συντηρητικών έως αντιδραστικών απόψεων.

Οι πολιτικοί αγώνες της εποχής μας διαθέτουν το πλεονέκτημα της ταχύτητας της διάδοσης της πληροφορίας: αυτή ακριβώς η ταχύτητα και η ευκολία ενέχει και τους ανάλογους κινδύνους. Πάντοτε κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμεˑ αρκεί να μην χάσουμε οριστικά την παρρησία και την αλήθεια.

 

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

[1] The Image: A guide to Pseudo-events in America (Vintage/Random House, 1962).

[2] http://www.chicagotribune.com/news/nationworld/politics/ct-talk-huppke-obit-facts-20120419-story.html

[3] Ανακτημένο: https://www.nytimes.com/2016/08/24/opinion/campaign-stops/the-age-of-post-truth-politics.html?_r=0

[4] https://www.theguardian.com/us-news/2017/mar/03/kellyanne-conway-alternative-facts-mistake-oscars

[5] History of Modern Fact (University of Chicago press, 1998).

[6] Ralph Keyes The post-truth era: Dishonesty and deception in contemporary life (St. Martins Press, 2004).

 

images

 

 

Παράδοξη ευτυχία, εύλογη κριτική.

maxresdefault

Φέτος λες και είναι η χρονιά όπου μέτριες ή απλώς καλούτσικες ταινίες, εμφανίζονται και προωθούνται ως αριστουργήματα. Και δεν αναφέρομαι ασφαλώς στο αναιμικό και μονότονο Πάτερσον ή τη μπαρούφα ολκής που ακούει στο όνομα Τόνυ Έρντμαν. Αναφέρομαι σε φιλμ όπως το Moonlight (συμπαθές αλλά με σοβαρότατα σεναριακά και χαρακτηρογραφικά προβλήματα) ή τα αξιολογότατα –αλλά σε καμία περίπτωση αριστουργηματικά- Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ και Εκείνη.

Σε τούτη την κατηγορία των υπερτιμημένων φιλμ –ασφαλώς χαμηλότερα από τον Λόουτς και τον Βερχόφεν- συμπεριλαμβάνω και την Παράδοξη Ευτυχία του Σβεν Τάντικεν. Στο φιλμ, η Ελένα, μεσόκοπη παντρεμένη, πρώην θρησκόληπτη και με ισχυρές ενδείξεις κατάθλιψης, διαβάζει το βιβλίο ενός καθηγητή νευροψυχολογίας και επιδιώκει να τον συναντήσει ώστε να πάρει απαντήσεις και να λυτρωθεί. Σύντομα θα περάσει στο στάδιο του φλερτ μαζί του και, προς δυσάρεστή έκπληξή της, θα διαπιστώσει πως ο ίδιος είναι πιο δυσλειτουργικός και δυστυχισμένος από εκείνη.

Οι ηθοποιοί είναι, πράγματι, εξαιρετικοί: η Μαρτίνα Γκέντεκ μεταμορφώνεται με τρομερή ευκολία από τη femme fatale που υποδυόταν στις Ζωές των άλλων σε μεσόκοπη ψιλοαδιάφορη νοικοκυρά. Ο Ούρλιχ Τουκούρ είναι επίσης εκπληκτικός στον ρόλο του καταθλιπτικού, εμμονικού καθηγητή. Ο Γιοχάνες Κρις σχεδόν κλέβει την παράσταση στον ρόλο του συζύγου.

images

Τι πηγαίνει, λοιπόν, στραβά;

Κατά τη γνώμη μου το βασικό πρόβλημα εδράζεται στην αδιαφάνεια και στο κακό σκηνοθετικό χτίσιμο του χαρακτήρα της Ελένα. Μοιάζει ακατανόητη, απρόβλεπτη, υπερβολικά στωική, με λίγα λόγια δεν διακρίνει κανείς κίνητρα και εξηγήσεις στη συμπεριφορά της. Εν αντιθέσει, ο περισσότερο προκλητικός και διαστροφικός Έντουαρντ είναι πιο κατανοήσιμος ως χαρακτήρας. Για την Ελένα δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα, (πού γενήθηκε, τι σπούδασε, πώς παντρεύτηκε, απέκτησε ποτέ παιδί;) εκτός από το ότι έχει μια αδερφή που ο σύζυγός της θεωρεί τρελή και –ασφαλώς- τα διαρκή αδιέξοδά της.

Η ταινία κοντεύει να κάνει κοιλιά σχεδόν απ’ την αρχή της, παρ’ όλα αυτά τη σώζει, προς στιγμήν, αυτό το κάτι ιδιαίτερο που διαθέτει. Ο Γκέντεκ δεν πέφτει στη σεναριακή ευκολία να δημιουργήσει εξ αρχής ένα ερωτικό τρίγωνο: η πρώην θεούσα μεσοαστή νοικοκυρά συζητάει περί έρωτος, σεξ και θεού με τον καθηγητή χωρίς να προχωράει η μεταξύ τους σαρκική σχέση. Όσο όμως προχωράει ο φιλμικός χρόνος, οι διάλογοι τείνουν όλο και περισσότερο σ’ έναν παράδοξο βερμπαλισμό: ο καθηγητής μιλάει, μιλάει πολύ –ορισμένες ατάκες του είναι πράγματι απολαυστικές- αντιφάσκει, κλωθογυρίζει, αυτοαναιρείται κι η συμπρωταγωνίστρια παραμένει αινιγματική. Η ταινία προσπαθεί να πραγματευτεί δέκα χιλιάδες ζητήματα (πίστη, διαστροφή, απενοχοποίηση, συζυγική βία ορισμένα εξ αυτών) και είναι λογικό να μην καταφέρνει ν’ ανταποκριθεί σε όλα.

102-original-bliss

Ο Γκέντεκ είναι ένας σκηνοθέτης που γνωρίζει να κάνει εξαίσια πλάνα, (προσέξτε τη σφήνα με το τελευταίο τηλεφώνημα της Ελένα προς το σπίτι της, υπό χιονόπτωση) τα οποία όμως συχνά δεν έχουν ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης: είναι μάλλον η  κατάρα των σκηνοθετών που γνωρίζουν να κάνουν όμορφα εικαστικά πλάνα να το παρακάνουν, να το τραβάνε έως ότου αυτά παύουν να είναι λειτουργικά.

Ηθικόν (ταιριαστή εδώ η χρήση του ηθικού σε συνομιλία με την κεντρική θεματική της ταινίας) δίδαγμα: Μπορεί να έχεις έξοχη πρώτη ύλη, καταπληκτικά σκεύη, και παρ’ όλα αυτά το φαγητό που ετοίμασες να ξεχαστεί το ίδιο κιόλας βράδυ.

1_tt5903210_cover

Υ.Γ. Μικρή μεταφραστική επισήμανση: ο τίτλος της νουβέλας και της συλλογής δηγημάτων της Α. Λ. Κένεντι πάνω στην οποία βασίστηκε η ταινία είναι Original Bliss. Στην ελληνική έκδοση του βιβλίου (εκδ. Οδυσσέας, 2001) επιλέχθηκε η απόδοση Αρχέγονη Ευτυχία. Νομίζω πως θα προτιμούσα το Ατόφια, ή, έστω, Πρωταρχική (μιας και εννοείται το σεξουαλικό). Σε κάθε περίπτωση το Παράδοξη μοιάζει …παράδοξο.